Χρῆστος Κατσέας
Ἡ ἐκλογικὴ ἐπικράτηση τοῦ Ντόναλντ Τρὰμπ ὑπῆρξε μιὰ καθοριστικὴ στιγμὴ ἀποσαφήνισης. Παρὰ ταῦτα, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐξωτερικὴ πολιτικὴ γιὰ τὴ Μέση Ἀνατολή, οἱ μῆνες τῆς προεκλογικῆς ἀναμέτρησης ἄφησαν τρία κρίσιμα ζητήματα ἀναπάντητα:
—Θὰ ἐπιβεβαιώσει ὁ Τρὰμπ τὴ δέσμευση τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν στὴν πολιτικὴ ἀποτροπῆς τῆς ἀπόκτησης πυρηνικῶν ὅπλων ἀπ’ τὸ Ἰράν;
Οἱ Ἀμερικανοὶ πρόεδροι τῶν τελευταίων 15 ἐτῶν διακρίθηκαν γιὰ τὶς ἐντελῶς ἀντίθετες προσεγγίσεις τους σχετικὰ μὲ τὴ Μέση Ἀνατολή, ἐν τούτοις, ὅλοι συμφωνοῦσαν σ’ ἕναν κοινὸ πυρῆνα ἀρχῶν: ἡ κατοχὴ πυρηνικῶν ὅπλων ἀπ’ τοὺς «μεσσιανικοὺς» ἡγέτες τοῦ Ἰρὰν ἦταν ὑπερβολικὰ ἐπικίνδυνη γιὰ τὴ διεθνῆ σταθερότητα. Οἱ στρατηγικὲς ποὺ υἱοθετήθηκαν ποικίλες —ἀπ’ τὴ διπλωματία: («ἡ συμφωνία γιὰ τὰ πυρηνικὰ τοῦ Ἰρὰν») καὶ τὶς οἰκονομικὲς κυρώσεις: («ἡ μέγιστη πίεση»), ἕως τὶς στρατιωτικὲς ἀπειλές: («ὅλες οἱ ἐπιλογὲς στὸ τραπέζι»)—, ὅμως, ἡ βασικὴ ἀρχὴ παρέμενε ἀμετάβλητη.
Μέχρι στιγμῆς, ὡστόσο, ἡ ἐκστρατεία Τράμπ – Βὰνς-(ἀντιπρόεδρος) δὲν ἔχει ἐκφράσει ξεκάθαρα τὴν ὑποστήριξή της σ’ αὐτὴν τὴν προσέγγιση. Στὴ συζήτηση τῶν ὑποψήφιων ἀντιπροέδρων, γιὰ παράδειγμα, ὁ Βὰνς ὑποστήριξε τὶς ἐνέργειες τοῦ Ἰσραὴλ ἐναντίον τῶν πυρηνικῶν ἐγκαταστάσεων τοῦ Ἰράν, ἀλλὰ οὔτε αὐτὸς οὔτε ὁ Τρὰμπ ἔχουν διευκρινίσει ἐὰν θεωροῦν ὅτι ἡ ἀποτροπὴ τῆς ἀπόκτησης πυρηνικῶν ἀπ’ τὸ Ἰρὰν ἀποτελεῖ εὐθύνη τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν.
Πρόκειται γιὰ ἕνα θεμελιῶδες ζήτημα. Ἡ διάκριση ἀνάμεσα στὴ δέσμευση τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν γιὰ τὴν ἀποτροπὴ τῆς ἀπόκτησης πυρηνικῶν ὅπλων ἀπὸ τὸ Ἰρὰν καὶ στὴν υἱοθέτηση μιᾶς «de facto» πολιτικῆς περιορισμοῦ —ἡ ὁποία θ’ ἀποσκοποῦσε στὴν πειθώ, τὸν ἐξαναγκασμὸ ἢ τὴν ἀποτροπὴ τοῦ Ἰρὰν ἀπ’ τὴ χρήση τῆς πυρηνικῆς του δυνατότητας—, εἶναι ἄκρως σημαντικὴ καὶ εἰδοποιός. Σχεδὸν κάθε στρατηγικὴ πρωτοβουλία τῆς κυβέρνησης Τρὰμπ στὴ Μέση Ἀνατολὴ θὰ ἐξαρτηθεῖ ἀπ’ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο θ’ ἀποδοθεῖ ἀπάντηση στὸ ἐν λόγῳ ἐρώτημα: Θὰ συνεχίσει ὁ Τρὰμπ τὴν ἀνάπτυξη σημαντικῶν ἀμερικανικῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων στὴ Μέση Ἀνατολή, οἱ ὁποῖες διευκόλυναν τὴν ἰσχυρὴ ἀμυντικὴ συνεργασία μεταξὺ τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῶν ἀραβικῶν κρατῶν;
Πρὸς τιμήν του, ὁ Τράμπ, ἐνέταξε τὸ Ἰσραὴλ στὴν Κεντρικὴ Στρατιωτικὴ Διοίκηση τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν κατὰ τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς πρώτης του θητείας, ἐνέργεια ποὺ ἄνοιξε τὸν δρόμο γιὰ τὴν ἄνθηση τῆς στρατιωτικῆς συνεργασίας μεταξὺ Ἀράβων καὶ Ἰσραηλινῶν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς διακυβέρνησης Μπάϊντεν. Ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς συνεργασίας ὑπῆρξε ἡ κοινὴ προσπάθεια τοῦ Ἰσραήλ, τῶν ἀραβικῶν κρατῶν καὶ τῶν Εὐρωπαίων ἑταίρων γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς πρωτοφανοῦς πυραυλικῆς καὶ μὴ ἐπανδρωμένης ἐπίθεσης ποὺ ἐξαπέλυσε τὸ Ἰρὰν κατὰ τοῦ ἑβραϊκοῦ κράτους στὶς 13 Ἀπριλίου. Ὡστόσο, ὁ κρίσιμος παράγοντας ποὺ συνέδεσε αὐτὴν τὴ συνεργασία ἦταν ἡ ἐνεργὸς στρατιωτικὴ παρουσία τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἡ ὁποία περιλάμβανε τὴν ἀνάπτυξη σημαντικῶν ἀμερικανικῶν ἀεροπορικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων στὴν περιοχὴ τῆς Μέσης Ἀνατολῆς.
Ὁρισμένοι σύμβουλοι τοῦ Τρὰμπ ἀντιτίθενται σ’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὶς ἀμερικανικὲς στρατιωτικὲς ἐπιχειρήσεις, εἴτε λόγῳ τοῦ φόβου γιὰ τὸν «ὀλισθηρὸ δρόμο» ποὺ ἐνδέχεται νὰ ὁδηγήσει σὲ πόλεμο στὴ Μέση Ἀνατολή, εἴτε διότι θεωροῦν πὼς τέτοιες στρατηγικὲς ἀναπτύξεις ἀποσποῦν τὴν προσοχὴ ἀπὸ τὸ πιὸ θεμελιῶδες καθῆκον τῆς ἀντιπαράθεσης μὲ τὴν κινεζικὴ ἐπιθετικότητα. Ἐν τούτοις, χωρὶς τὴν καθοδηγητικὴ παρουσία τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, εἶναι ἀμφίβολο ἐὰν οἱ Ἄραβες κ’ οἱ Ἰσραηλινοὶ θὰ εἶναι διατεθειμένοι νὰ συνάψουν μιὰ ἀνοιχτὴ συνεργασία μεταξύ τους.
Τὸ κρίσιμο ἐρώτημα γιὰ τὸν Τρὰμπ ἔγκειται στὸ ἐὰν θὰ εἶναι διατεθειμένος νὰ ἐπενδύσει τὰ ἀπαραίτητα στρατιωτικὰ μέσα γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῶν ἀμυντικῶν συνεργασιῶν μεταξὺ τῶν Ἀράβων καὶ τῶν Ἰσραηλινῶν ἤ, ἀντιθέτως, ἐὰν θὰ περιορίσει τὴν ἀμερικανικὴ παρουσία, ρισκάροντας ν’ ἀνακόψει μιὰ περιφερειακὴ συνεργασία πού, σὲ βάθος χρόνου, θὰ μποροῦσε νὰ καταλήξει σὲ μιὰ αὐτόνομη στάση τῶν Ἀράβων καὶ τῶν Ἰσραηλινῶν ἀπέναντι στὸ Ἰράν. Ἡ ἀπόφασή του θὰ καθορίσει ἂν θὰ ἀξιοποιηθεῖ μιὰ μοναδικὴ εὐκαιρία γιὰ τὴν ἀναδιοργάνωση τοῦ στρατηγικοῦ χάρτη τῆς Μέσης Ἀνατολῆς.
—Θὰ ὑποστηρίξει ὁ Τρὰμπ τὴν προσάρτηση ἐδαφῶν τῆς Δυτικῆς Ὄχθης ἀπ’ τὸ Ἰσραήλ;
Οἱ Συμφωνίες τοῦ Ἀβραάμ[1] ἀποτέλεσαν τὸ σπουδαιότερο διπλωματικὸ ἐπίτευγμα τῆς πρώτης θητείας τοῦ Τράμπ, κ’ ἡ ἐπέκτασή τους φαίνεται πὼς θὰ ἀποτελέσει κεντρικὸ στόχο τῆς δεύτερης. Ἀξιοσημείωτο εἶναι το πῶς ἐπιτεύχθηκε αὐτὴ ἡ ἀρχικὴ ἀνατροπή.
Τὴν ἄνοιξη τοῦ 2020, ὅταν ὁ Ἰσραηλινὸς πρωθυπουργός, Μπενιαμὶν Νετανιάχου, προειδοποίησε γιὰ τὴν προοπτικὴ προσάρτησης ἐκτενῶν τμημάτων τῆς Δυτικῆς Ὄχθης, τὰ Ἡνωμένα Ἀραβικὰ Ἐμιρᾶτα ἀνέτρεψαν τὶς ἐκτιμήσεις του, θέτοντας ὡς ρητὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐπίτευξη συμφωνίας εἰρήνης καὶ ἐξομάλυνσης τὴ δέσμευση τοῦ Ἰσραὴλ ν’ ἀναστείλει τὴν προσάρτηση γιὰ τέσσερα ἔτη. Τὸ Ἰσραὴλ ἐπέλεξε τὴν εἰρηνικὴ συνεννόηση εἰς βάρος τῆς ἐδαφικῆς διεύρυνσης, ὑπέγραψε μιὰ συμφωνία ἱστορικῆς σημασίας μὲ τὴ διαμεσολάβηση τῆς ἀμερικανικῆς κυβέρνησης καὶ ἀπὸ τότε τήρησε αὐστηρῶς τὴν ὑπόσχεσή του.
Αὐτὴ ἡ τετραετία ἔληξε πρὸ δύο μηνῶν. Σήμερα, μὲ μιὰ ἀκόμη πιὸ συντηρητικὴ συμμαχία νὰ κατέχει τὴν ἐξουσία, ὁ Νετανιάχου ἐνδέχεται νὰ ἀντιλαμβάνεται τὴν ἐπανεκλογὴ τοῦ Τρὰμπ ὡς μιὰ εὐκαιρία γιὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὸ σχέδιο ποὺ εἶχε ἀρχίσει τὸ 2020, ὅπως ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ὁ πρόσφατος διορισμὸς ἑνὸς ἔνθερμου ὑποστηρικτῆ τῆς προσάρτησης στὴ θέση του πρέσβη στὴν Οὐάσινγκτον.
Ἡ προσάρτηση, ἔστω καὶ περιορισμένων τμημάτων τῆς Δυτικῆς Ὄχθης, συνιστᾶ ἕνα ριζικὰ δραματικὸ βῆμα, τὸ ὁποῖο θὰ σήμαινε τὸν ὁριστικὸ τερματισμὸ τῆς μεταπολεμικῆς πολιτικῆς τοῦ Ἰσραὴλ μετὰ τὸ 1967, ἡ ὁποία ἀντιμετώπιζε τὴν περιοχὴ ὡς ἐνδεχόμενο διαπραγματευτικὸ «χαρτὶ» στὶς εἰρηνικὲς συνομιλίες —μιὰ θέση ποὺ τὸ Ἰσραὴλ συνέχιζε νὰ διατηρεῖ, ἀκόμη καὶ καθὼς ἐνθάρρυνε τὸν ἑβραϊκὸ ἐποικισμὸ στὴν περιοχή.
Ἀνεξαρτήτως τοῦ τρόπου ποὺ κάποιος ἑρμηνεύει τὴν δικαιοδοσία τῆς ἰσραηλινῆς ἀξίωσης ἐπὶ τῆς Βιβλικῆς Ἰουδαίας καὶ Σαμάρειας, εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι ἡ ἀπόφαση ἐπαναχάραξης τῶν συνόρων τοῦ Ἰσραὴλ χωρὶς μιὰ διπλωματικὴ συμφωνία μὲ τοὺς Παλαιστίνιους θὰ ἐμβάθυνε τὸ χάσμα μεταξὺ τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῶν ἀραβικῶν ἑταίρων του, μεταξὺ τοῦ Ἰσραὴλ καὶ πλήθους δυτικῶν δημοκρατιῶν, καθὼς καὶ μεταξὺ τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ἑνὸς ἀξιοσημείωτου τμήματος τῆς ἀμερικανικῆς κοινῆς γνώμης, περιλαμβανομένων καὶ τῶν Ἑβραίων ἀμερικανῶν πολιτῶν, —ὅλα αὐτὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ποὺ τὸ ἑβραϊκὸ κράτος ἤδη ἀντιμετωπίζει ἐπιθέσεις ἀπὸ πολλαπλᾶ μέτωπα.
Ἡ στάση τοῦ Τρὰμπ ἀναφορικὰ μὲ τὴν προσάρτηση παραμένει ἀσαφής. Τὸ 2020 εἶχε ἐπιδείξει ἐπιφυλακτικότητα ἀπέναντι στὴν ἰδέα αὐτή. Ὡστόσο, πρόσφατα διόρισε ἕναν ἔνθερμο ὑποστηρικτή της —τὸν πρώην κυβερνήτη του Ἄρκανσο, Μάϊκ Χάκαμπι (Ρεπουμπλικάνος)—, στὴ θέση του πρέσβη τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν στὸ Ἰσραήλ.
Τόσο ὁ Τρὰμπ ὅσο καὶ ὁ Νετανιάχου ἐνδέχεται νὰ ὑπολογίζουν στὴν ἐπίλυση τοῦ ζητήματος ἀπὸ ἕνα ἀραβικὸ κράτος —αὐτὴ τὴ φορὰ τὴ Σαουδικὴ Ἀραβία— ὅπως ἀκριβῶς εἶχαν πράξει τὰ Ἡνωμένα Ἀραβικὰ Ἐμιρᾶτα τὸ 2020. Ὡστόσο, τὸ Ριὰντ πιθανὸν ν’ ἀπαιτήσει περισσότερα ἀπ’ ὅσα ζητήθηκαν ἀπ’ τὸ Ἀμποῦ Ντάμπι, περιλαμβάνοντας τὴν δέσμευση τοῦ Ἰσραὴλ γιὰ τὴν προώθηση μιᾶς διαδικασίας ἵδρυσης ἑνὸς παλαιστινιακοῦ κράτους καὶ τὴν συμφωνία τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν γιὰ τὴν ὑπογραφὴ ἑνὸς συμφώνου ἀμοιβαίας ἄμυνας. Δὲν ὑπάρχει καμία ἐγγύηση ὅτι ὁ Τρὰμπ καὶ ὁ Νετανιάχου θὰ μπορέσουν νὰ ἀνταποκριθοῦν σ’ αὐτὲς τὶς ἀπαιτήσεις. Ἑπομένως, ἔπειτα ἀπ’ τὸ «ἄνοιγμα τῆς πόρτας» γιὰ τὴν προσάρτηση, ὁ Νετανιάχου ἐνδέχεται νὰ βρεθεῖ ἀδύναμος νὰ τὴν «κλείσει», ἀκόμη καὶ ἂν τὸ ἐπιθυμεῖ.
Πρὸς ἀποτροπὴ μιᾶς ἐνδεχόμενης ἀρνητικῆς ἐξελίξεως, εἶναι καθοριστικῆς σημασίας νὰ ἀποσαφηνιστεῖ ἡ θέση τοῦ Τρὰμπ ἀναφορικὰ μὲ τὴν προσάρτηση. Ἡ διαύγεια τοῦ λόγου του δὲν θὰ ἐλαττώσει τὴ δυνατότητα γιὰ τὴν ἐπίτευξη μιᾶς σαουδαραβικὴς παραλλαγῆς τῶν «Συμφωνιῶν τοῦ Ἀβραὰμ»· ἀντιθέτως, θὰ συντελέσει στὴν ἀποφυγὴ μιᾶς ἐνδεχόμενης διπλωματικῆς ἀβεβαιότητας, σὲ περίπτωση ποὺ ἡ συμφωνία ἀποτύχει. Πράγματι, ἂν ἡ στάση τοῦ Τρὰμπ εἶναι ἀντίθετη στὴν προσάρτηση, ὁ Νετανιάχου ἐνδέχεται νὰ τὴν ἐκμεταλλευτεῖ προκειμένου νὰ καταπραΰνει τοὺς ὑποστηρικτὲς αὐτῆς τῆς πολιτικῆς ἐντὸς τῆς συμμαχίας του.
Συνολικά, οἱ ἀπαντήσεις στὰ παρακάτω θεμελιώδη ἐρωτήματα: —ἡ δέσμευση στὴν ἀποτροπὴ ἀπόκτησης πυρηνικῶν ὅπλων ἀπὸ τὸ Ἰράν, ἡ ἐπένδυση στὴν ἐνίσχυση τῆς στρατιωτικῆς συνεργασίας μεταξὺ Ἀράβων καὶ Ἰσραηλινῶν, καὶ ἡ ἀμερικανικὴ πολιτικὴ ὅσον ἀφορᾶ τὴν προσάρτηση ἐδαφῶν τῆς Δυτικῆς Ὄχθης ἀπ’ τὸ Ἰσραὴλ—, θὰ διαμορφώσουν τὴν κατεύθυνση τῆς πολιτικῆς γιὰ τὴ Μέση Ἀνατολὴ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς δεύτερης θητείας τοῦ Τράμπ.
[1] Τὸ 2020, τὰ Ἡνωμένα Ἀραβικὰ Ἐμιρᾶτα, τὸ Μπαχρέϊν, τὸ Μαρόκο καὶ τὸ Σουδὰν ὑπέγραψαν τὶς Συμφωνίες τοῦ Ἀβραάμ, οἱ ὁποῖες συνιστοῦν ἕναν μηχανισμὸ ἐξομάλυνσης τῶν διπλωματικῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν ἐν λόγῳ κρατῶν καὶ τοῦ Ἰσραήλ, μὲ πρωτοβουλία τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ὑπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Τράμπ. Ἡ κυβέρνηση Μπάϊντεν διατήρησε τὸ πλαίσιο αὐτῶν τῶν συμφωνιῶν καὶ συνεχίζει νὰ ἐργάζεται γιὰ τὴν ἔνταξη τῆς Σαουδικῆς Ἀραβίας σὲ αὐτές. Πέρα ἀπὸ τὴν συμβολή τους στὴ σταθερότητα τῆς περιοχῆς, μὲ τὴν ἔννοια τῆς μείωσης τῆς ἔντασης στὶς σχέσεις μεταξὺ τοῦ ἀραβικοῦ κόσμου καὶ τοῦ Ἰσραήλ, οἱ συμφωνίες προώθησαν τὴν οἰκονομικὴ συνεργασία τῶν ἐμπλεκόμενων μερῶν. Ἐπίσης, ἄνοιξαν τὸν δρόμο γιὰ τὴν ἀμερικανικὴ ὑποστήριξη στὴν ἀμυντικὴ θωράκιση τῶν ἀραβικῶν χωρῶν, στὸ πλαίσιο τῆς ἀπειλῆς ποὺ συνιστᾶ τὸ Ἰράν.