Χρῆστος Κατσέας

Ἔφυγε, ὁ Εὐτύχης Μπιτσάκης. Πανεπιστημιακός, φιλόσοφος, καὶ ἀγωνιστὴς πρῶτα ἀπ’ ὅλα. Ἕνας ἀπὸ ἐκείνους τοὺς σπανίους, ποὺ δὲν ἔχασαν ποτὲ τὴν ὁρμή τους· ὁ σφυγμὸς τοῦ βίου του, πάντοτε κομμουνιστικὸς — μὰ ὄχι δογματικός· εἶχε τὴν τόλμη νὰ συγκρουσθῇ καὶ μὲ τὴν ἴδια τὴν «Ὀρθοδοξία τοῦ κόμματος», ὅταν τὸ ἔκρινε ἀνάξιο τοῦ ὀνείρου.

Ἀπὸ τὰ ἀντάρτικα μονοπάτια τοῦ Ἐμφυλίου, στὰ ἀμφιθέατρα καὶ τὶς ἕδρες τοῦ Πανεπιστημίου· ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔγραψε, ἐδίδαξε, ἀντιμάχησε. Δὲν ἦταν «συγγραφεύς ἐπιστημονικῶν συγγραμμάτων» μόνον· ἦταν ὁ ἐμπρηστὴς μὲ τὴν κιμωλία στὸ χέρι, ποὺ ἔκανε ἕνα μάθημα νὰ ἀκούγεται ὡς κατηγορητήριο ἐνάντια στὴν Ἀδικία. Σὲ μιὰ Ἑλλάδα ποὺ καθημερινὰ καταπίνει τὸ Λόγο καὶ τὸ Νόημα, ὁ Μπιτσάκης ἀπέμενε ἡ ὑπενθύμιση ὅτι ἡ Φιλοσοφία δὲν εἶναι κενὴ πολυτέλεια, μὰ μαχαίρι στὴν καρδιὰ τῆς πραγματικότητος.

Δὲν τὸν ἐνδιέφερε ἡ ἀκαδημαϊκὴ «ἀξιοπρέπεια» — ὄχι ὡς στολισμὸς καριέρας. Τὴν ἐποίησε μαστίγιο! Ἐκράτησε πάντοτε τὴν ἐφηβικὴν ὁρμή τῆς ἀντιστάσεως, μέχρι τὸν τελευταῖο του ἀνασασμὸ στὸ νοσοκομεῖο «Ἀλεξάνδρα». Ἡ Ἀριστερὰ (ἐὰν ὑπάρχῃ ἀκόμη!) ἔχασε ἕναν ἀπ’ τοὺς ἐλαχίστους ποὺ τὴν ἐτίμησαν μὲ τὴν πράξιν τους· ὄχι στὰ ἄσκοπα συνέδρια, μὴδὲ στὶς κούφιες, ὑποκριτικὲς διακηρύξεις. Ἡ Ἐπιστήμη ἔχασε ἕνα στόμα ποὺ δὲν φοβόταν νὰ γελοιοποιήσῃ τὴν «πρόοδο» ὅταν ἡ πρόοδος καταντοῦσε ἐμπόρευμα. Ἡ Φιλοσοφία ἔχασε ἕναν ἀνθρώπινο, ζῶντα, ἀδούλωτο παλμό!

Καὶ μεῖς; Μένουμε πάλι μόνοι, ἀπέναντι στὴν βλακεία ποὺ γιγαντώνεται. Ὁ Μπιτσάκης ἔφυγε· ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ μορφὴ του, τὸ παράδειγμά του, μᾶς ἐξαναγκάζει νὰ μὴν τὸν «κηδέψουμε» σὲ κλισέ. Ἀλλιῶς, εἴμαστε ἄξιοι τῆς τύχης μας.