Χρῆστος Κατσέας
Ὁ περιλάλητος θεσμὸς τῆς «κοινωνίας πολιτῶν» —τάχα αὐτοδύναμος κι ἐλεύθερος ἐκφραστὴς τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος— δὲν εἶναι παρὰ σκιὰ τοῦ ἑαυτοῦ του· φάντασμα ποὺ ἀκολουθεῖ πειθήνια τὸν βηματισμὸ τῶν κομμάτων καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐλίτ. Ὅ,τι ἐκφέρει ὡς λόγο καὶ πρόταση, εἶναι ἤδη ὑπαγορευμένο. Δὲν παράγει βούληση· ἀναπαράγει κατεύθυνση. Ποιοί, λοιπόν, ἀρθρώνουν δημόσιο λόγο; Οἱ συνδικαλιστές, ποὺ λειτουργοῦν ὡς ὑπάλληλοι τοῦ ἑκάστοτε κομματικοῦ μηχανισμοῦ· αὐλικοί, ποὺ φυλᾶνε τὶς θύρες τῆς ἐξουσίας. Πέραν τούτων; Κανείς. Οὐδεμία συλλογικότητα τολμᾶ νὰ παρέμβει ὡς αὐθύπαρκτη πολιτικὴ δύναμη. Ὅλοι προσδένονται στὴν ἅμαξα τῆς σκοπιμότητας, ὅλοι ὑπηρετοῦν τὶς ἐπιταγὲς τῶν «μεγάλων παικτῶν».
Κι ἄν, ἐν τέλει, ὑπάρξει ἐκείνη ἡ σπάνια ἐξαίρεση – μιὰ κοινωνικὴ δομὴ ποὺ θὰ θελήσει νὰ μιλήσει, νὰ προτείνει, νὰ ἐπέμβει – τί ἀντικρύζουμε; Τίποτα. Σιωπή. Καμιὰ συμμετοχή, καμιὰ φωνὴ στὸν δημόσιο διάλογο. Οὔτε στὸν τοπικό, οὔτε στὸν ἐθνικὸ χῶρο. Βλέπουμε μιὰ βαθιὰ ἀποσύνδεση ἀπ’ τὸν ἁπλὸ πολίτη· ἕναν πολίτη πού, παρὰ τὸν καταιγισμὸ πολιτικῶν μηνυμάτων, παραμένει παθητικὸς καταναλωτὴς ρητορικῶν τρίκ.
Τὸ ἴδιο τὸ πολίτευμα ἔχει διαμορφώσει τοὺς πολῖτες ὄχι ὡς δρῶντα ὑποκείμενα, ἀλλὰ ὡς θεατές. Ἡ πολιτικὴ διαδικασία ἔχει ἐκφυλιστεῖ σὲ μιὰ τυπική, γραφειοκρατικὴ ἐπιβεβαίωση τῶν ἤδη εἰλημμένων ἀποφάσεων. Ἡ «δημοκρατία» λειτουργεῖ πλέον ὡς μηχανισμὸς νομιμοποίησης διαχειριστῶν τῆς ἐξουσίας – ὄχι ὡς συμμετοχικὸ σύστημα χάραξης πολιτικῆς. Κι ὁ πολίτης, κουρασμένος, ἀπομακρύνεται ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ἀπ’ αὐτὸ τὸ σαθρὸ οἰκοδόμημα.
Στὸ διάβα τοῦ χρόνου, ἡ σιωπηλή, σταδιακὴ ἀπόσυρση τοῦ πολίτη ἀπ’ τὴ δημόσια σφαῖρα —αὐτὴ ἡ δῆθεν «ἀποστασιοποίηση»— δὲν εἶναι τίποτ’ ἄλλο παρ’ ἡ ἤδη τετελεσμένη ἀπονομιμοποίηση. Ἡ ἐξουσία, στὰ μάτια τοῦ λαοῦ, δὲν μοιάζει πιὰ μὲ μοχλὸ λύσεως· μοιάζει μὲ σφηκοφωλιὰ προβλημάτων, μὲ γεννήτρα ἐθνικῶν συμφορῶν. Οὔτε ἐμπνέει, οὔτε πείθει —ἀποπνίγει. Κι ὁ πολίτης, σιγά-σιγά, πάει στ’ ἀζήτητα: μὲ τὸ στόμα κλειστό, τὰ χέρια δεμένα, καὶ τὴ συνείδηση ναρκωμένη. Δὲν ἀντιδρᾶ, δὲν φωνάζει, δὲν πιστεύει. Καὶ τότε εἶναι ποὺ τελειώνει ἡ Πολιτεία: ὅταν δὲν ἔχει πιὰ πολῖτες, ἀλλὰ μόνο κουφάρια ὑπηκόων! Ἡ διαφθορά, ἡ ἀδικία, ἡ ἀδιαφάνεια καὶ ὁ κομματισμὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς παθογένειες· εἶναι τὰ θεμέλια τοῦ πολιτικοῦ βίου. Κι ἡ συνέπεια; Ἡ ἀποσάθρωση τοῦ «κοινωνικοῦ συμβολαίου», δίχως νὰ διαφαίνεται κάποια ὀργανωμένη μετάβαση σὲ ἑπόμενο στάδιο.
Ἂν ὑπάρχει ἐλπίδα, αὐτὴ βρίσκεται στὴ ριζικὴ ἀναμόρφωση τῆς σχέσης μεταξὺ κοινωνίας πολιτῶν καὶ πολιτικοῦ συστήματος. Καὶ τὸ πρῶτο βῆμα πρὸς αὐτὴν εἶναι ἡ πλήρης ἀποδέσμευση τῶν κοινωνικῶν δομῶν ἀπ’ τὴν κομματικὴ ἐπιρροή. Συνδικᾶτα, σύλλογοι, ὀργανώσεις ὀφείλουν νὰ πάψουν νὰ εἶναι φερέφωνα πολιτικῶν σχηματισμῶν. Πρέπει νὰ ἀποκτήσουν αὐτονομία, νὰ ἀναπτύξουν αὐτόνομες προγραμματικὲς θέσεις, νὰ λειτουργήσουν ὡς φορεῖς πραγματικοῦ διαλόγου καὶ ὄχι ὡς ὄργανα χειραγώγησης.
Ὁ δημόσιος λόγος, γιὰ νὰ ἔχει νόημα, πρέπει νὰ στηριχθεῖ σὲ οὐσιαστικὴ συμμετοχή. Δὲν ἀρκεῖ ἡ προεκλογικὴ καταιγίδα ἀπὸ συνθήματα καὶ κούφιες ὑποσχέσεις. Ἀπαιτεῖται θεσμοθέτηση σταθεροῦ, διαρκοῦς διαλόγου· ὄχι μὲ γνώμονα τὴν προπαγάνδα, ἀλλὰ μὲ βάση τὴν τεκμηρίωση καὶ τὴ σκέψη.
Μὰ αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἄλλο πολιτικὸ σύστημα· ἕνα σύστημα ποὺ δὲν θὰ ἀποστρέφεται τὴ συμμετοχή, ἀλλὰ θὰ τὴν ἐπιζητεῖ. Ποὺ θὰ ἀνταμείβει τὴν κριτικὴ σκέψη, κι ὄχι τὴν πειθήνια ἀναπαραγωγή. Ἕνα σύστημα ποὺ θὰ στηρίζεται σὲ συνειδητοποιημένους πολῖτες – κι ὄχι σὲ μᾶζες ἀδιάφορων καταναλωτῶν πολιτικῆς κατανάλωσης.
Καὶ προπαντός, χρειάζεται ἐπαναδραστηριοποίηση τῆς διανόησης. Μονάχα ἂν οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι κι οἱ ἐνεργοὶ πολῖτες ἀναλάβουν τὸ μερίδιο εὐθύνης ποὺ τοὺς ἀναλογεῖ, μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἐλπίδα γιὰ πραγματικὴ πολιτικὴ ἀλλαγή. Ἀλλιῶς, θὰ συνεχίσουμε νὰ παρακολουθοῦμε τὴ σκηνὴ τῆς πολιτικῆς —μέχρι ποὺ ἡ αὐλαία νὰ πέσει. Καὶ νὰ πέσει ὁριστικά.