Χρῆστος Κατσέας
Στὰ Τέμπη δὲν συγκρούστηκαν μόνο δύο τρένα. Συγκρούστηκε ὁλόκληρο τὸ ψέμα ποὺ λέμε στὸν ἑαυτό μας: ὅτι «εἴμαστε κράτος». Συγκρούστηκε τὸ φαντασιακὸ τῆς «θεσμικῆς εὐθύνης» μὲ τὴν ὠμὴ πραγματικότητα τοῦ αἵματος, τοῦ θανάτου καὶ τῆς συστηματικῆς συγκάλυψης. Κι αὐτὸ τὸ ἔγκλημα δὲν ἦταν ἀτύχημα· ἦταν τὸ ἀπόσταγμα τῆς πιὸ παλιᾶς καὶ βρόμικης ἑλληνικῆς συνήθειας: τῆς ἀτιμωρησίας.
Μέσα σ’ αὐτὴ τὴ σκοτεινὴ ἑβδομάδα, κάποιοι ξαναζεσταίνουν τὸ παλιὸ ψέμα. Μιλοῦν ξανὰ γιὰ «ἔλαια σιλικόνης», γιὰ πορίσματα καὶ ἐκθέσεις. Τὸ κάνουν μὲ ὕφος ἐπιστημονικό, μ’ ἐπιχειρήματα σαθρά, μὲ φράσεις γεμᾶτες τεχνικοὺς ὅρους ποὺ κανεὶς δὲν τολμᾶ νὰ ἀμφισβητήσει. Μὰ πίσω ἀπ’ ὅλα αὐτὰ κρύβεται τὸ ἴδιο πρᾶγμα: ἕνας κρατικὸς μηχανισμὸς ποὺ προσπαθεῖ, γιὰ ἀκόμα μιὰ φορά, νὰ κλείσει μιὰ ὑπόθεση πρὶν ἀνοίξει ἡ πληγή.
Ἡ μοναδικὴ ὁμάδα ποὺ ἀντιστάθηκε σοβαρά —μὲ μετρήσεις, ἀναλύσεις, ἀποδείξεις— εἶναι ἐκείνη τοῦ Βασίλη Κοκοτσάκη. Αὐτοὶ δὲν ἔψαξαν ποτὲ βῆμα στὶς τηλεοράσεις, δὲν ἔκαναν δημόσιες σχέσεις. Ἔστησαν τὴ δουλειά τους πάνω στὰ στοιχεῖα. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Ὄχι μόνο δὲν ἀναγνωρίστηκαν, ἀλλὰ στοχοποιοῦνται ὡς «ἐργαλειοποίηση τοῦ πόνου».
Ἡ Δικαιοσύνη, ἐν τῷ μεταξύ, ἀκολουθεῖ τὸν ρυθμό της. Κάνει πὼς ἐρευνᾶ. Ἐπικαλεῖται τὸν «χρόνο» ποὺ χρειάζονται οἱ διαδικασίες. Μὰ ὁ χρόνος αὐτὸς δὲν εἶναι οὐδέτερος —εἶναι κάλυψη. Ὅταν ἕνας ἀνακριτὴς κρατᾶ ἐπὶ δύο χρόνια μιὰ ὑπόθεση ἀνοιχτὴ χωρὶς ξεκάθαρη ἀπόδοση εὐθυνῶν· ὅταν τὰ κρίσιμα ἐρωτήματα σέρνονται σὲ διατυπώσεις καὶ τεχνάσματα· ὅταν τὸ Γενικὸ Χημεῖο τοῦ Κράτους μιλᾶ μὲ μισόλογα· τότε δὲν πρόκειται γιὰ ἀδυναμία. Πρόκειται γιὰ συνενοχή.
Ποιός λέει τὴν ἀλήθεια σήμερα; Ὄχι οἱ τηλεοπτικοὶ δικηγόροι. Ὄχι οἱ κρατικοὶ ἐλεγκτές. Ὄχι οἱ ἐμπλεκόμενοι ὑπάλληλοι. Τὴν ἀλήθεια τὴ φωνάζουν οἱ φωτογραφίες τῶν νεκρῶν· τα ἀποκαΐδια· τὰ ἀνεξήγητα ἴχνη εὔφλεκτων ὑγρῶν· καὶ κυρίως, τὴν ἀλήθεια τὴ φωνάζει ἡ ἐπίμονη προσπάθεια νὰ μὴν μάθουμε τίποτα!
Ὁ ἴδιος ὁ Πρόεδρος τοῦ κρατικοῦ φορέα γιὰ τὰ σιδηροδρομικὰ ἀτυχήματα χαρακτήρισε τὸ συμβὰν «ἐθνικὸ ἄγος». Καὶ εἶχε δίκιο. Ὅταν ὅμως μιὰ τέτοια δήλωση δὲν ἀκολουθεῖται ἀπὸ πράξεις, τότε δὲν εἶναι καταγγελία —εἶναι ἄλλοθι.
Σήμερα, τὸ ἀφήγημα ἔχει ἀλλάξει. Δὲν λένε πιὰ «φταίει ὁ σταθμάρχης». Τώρα λένε «ἂς κοιτάξουμε μπροστά». Θέλουν νὰ ἐπιστρέψουμε στὴν «κανονικότητα». Μὰ αὐτὴ ἡ κανονικότητα δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὴ διαχείριση τῆς σιωπῆς. Εἶναι ἡ ἀργή, σχεδιασμένη ἀποσιώπηση ἑνὸς μαζικοῦ ἐγκλήματος.
Δὲν ξεχνᾶμε τὰ Τέμπη —ὄχι γιατί θέλουμε νὰ ἐκδικηθοῦμε, ἀλλὰ γιατί δὲν ἀνεχόμαστε ἄλλη συγκάλυψη. Γιατί ἡ Δικαιοσύνη, ὅταν δὲν ἀποδίδει εὐθύνες, δὲν εἶναι θεσμὸς· εἶναι μέρος τοῦ προβλήματος. Καὶ τότε δὲν ἀπομένει τίποτα ἄλλο ἀπ’ τὸ χρέος. Τὸ χρέος νὰ μιλᾶς, νὰ θυμᾶσαι, νὰ κατηγορεῖς. Ὄχι μὲ ὀργὴ μόνο· ἀλλὰ μὲ συνέπεια, μὲ στοιχεῖα, μὲ ψυχή.
Ὅσο κι ἂν προσπαθήσουν νὰ μᾶς ταΐσουν πάλι τὴν ἴδια, ξαναζεσταμένη σούπα, ἡ γεύση τοῦ ἐγκλήματος δὲν καλύπτεται. Μυρίζει ἀκόμα αἷμα. Κι ὅσο ὑπάρχει αὐτὴ ἡ μυρωδιά, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ.