Χρῆστος Κατσέας

Δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ γελοῖο, πιὸ καταθλιπτικὸ καὶ πιὸ ἐπικίνδυνο ἀπὸ τὸ νὰ παριστάνεις τὸν ἐπαναστάτη —καὶ μάλιστα ἐπαγγελματικῶς. Τὸ θέαμα, δυστυχῶς, σήμερον εἶναι σύνηθες: νέοι ἄνθρωποι, καλοθρεμμένοι καὶ «προοδευμένοι», νὰ διαδηλώνουν τὴν ἀγανάκτησή τους μὲ τρόπο τόσο βολικό, τόσο ἀκίνδυνο, τόσο συστημικό, ποὺ θὰ ἔκανε τοὺς πραγματικοὺς ἐπαναστάτες, ἐκείνους ποὺ πλήρωσαν τὶς ἰδέες μὲ αἷμα καὶ ζωή, νὰ στραβογελᾶνε πικρά.

Αὐτοὶ οἱ νέοι δὲν ἀμφισβητοῦν. Προσποιοῦνται. Δὲν ἐξεγείρονται —εἰσπράττουν ἀναγνώριση. Κραυγάζουν «ἀντίσταση» μὲ λόγο ἐπιχορηγούμενο, μὲ γλῶσσα «πολιτικὰ ὀρθή», μὲ ὁδηγίες χρήσεως. Καὶ κυρίως: μὲ τὴν ἄδεια τοῦ συστήματος. Ὑπάρχει, βλέπεις, καὶ ἐπαναστατικὸς κώδικας κυκλοφορίας· ἐπιτρέπονται μόνον ὅσες ἐξεγέρσεις δὲν ἀπειλοῦν τὴν ἰσορροπία τοῦ ἀφεντικοῦ.

Τὸ ἦθος τους; Ἦθος ἀσφαλίτη. Γιατὶ ὅποιος εἶναι μόνιμος χειροκροτητὴς τῆς σωστῆς πλευρᾶς, ὅποιος καταγγέλλει μόνο ὅ,τι τὸν συμφέρει, ὅποιος δέχεται μὲ εὐκολία ὅ,τι τὸν βολεύει καὶ διαπομπεύει ὅ,τι διαφωνεῖ μαζί του, δὲν εἶν’ ἐπαναστάτης. Εἶναι καταδότης. Τὸ σύστημα, φυσικά, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ βρεῖ καλύτερους φύλακες ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ντύνονται μὲ στολὲς ἀντιστασιακοῦ. Καὶ μάλιστα δωρεάν.

Τὰ πρόσωπά τους γεμίζουν θυμὸ μόνον ὅταν ἡ ἀντίθετη ἄποψη μιλήσει ἐλεύθερα. Ὅταν κάποιος τολμήσει νὰ πεῖ κάτι ποὺ ξεφεύγει ἀπὸ τὰ «προοδευτικὰ» πλαίσια, τότε ἡ ἀντίδρασή τους γίνεται βίαιη. Σταυρώνουν, στοχοποιοῦν, καταγγέλλουν. Ζητοῦν νὰ φιμωθεῖ ὁ λόγος, νὰ τιμωρηθεῖ ὁ αἱρετικός, νὰ διαγραφεῖ ἡ γνώμη. Εἶναι οἱ ἴδιοι ποὺ κηρύττουν στὸ δημόσιο πεδίο τὴν «ἐλευθερία λόγου», μὰ ὑπὸ προϋποθέσεις: ἐλεύθερος νὰ λές ὅ,τι σοῦ ἐπιτρέπουν. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐλευθερία. Εἶναι ἀσφάλεια, ἐπιτήρηση, ὑποταγή.

Οἱ νέοι αὐτοὶ «ἐπαναστάτες», μὲ μαλλὶ ἀνέμελο, φουλάρι ἀνυπακοῆς καὶ βλέμμα καλοταϊσμένης ὀργῆς, βρίσκονται σὲ κάθε ἐποχή. Ἀλλάζουν πρόσωπα, ἀλλάζουν συνθήματα, ἀλλὰ τὸ ἦθος δὲν ἀλλάζει: μένουν πάντα φανατικοὶ ἐξουσιαστές, ἄνθρωποι ποὺ θὰ χαφιεδίσουν τὸ διπλανό τους, στὸ ὄνομα τῆς «εὐαισθησίας» καὶ τοῦ «ἀνθρωπισμοῦ».

Τὸ πραγματικὸ τους ὄνειρο; Ὄχι ἡ ἀλλαγή, ὄχι ἡ ἐλευθερία. Τὸ ὄνειρό τους εἶναι ἡ ἐξουσία. Ἡ δύναμη νὰ ἐπιβάλλονται. Νὰ ἐπιπλήττουν, νὰ κουνᾶνε τὸ δάχτυλο, νὰ βάζουν ὅρια καὶ νὰ τιμωροῦν. Καὶ ὅταν ἡ ἐξουσία τοὺς δοθεῖ, τότε —τότε ἀκριβῶς— οἱ ἐπαναστάτες θὰ γίνουν αὐτὸ ποὺ πάντα ἦταν βαθιὰ μέσα τους: οἱ πλέον σκληροὶ, οἱ πλέον ἀδυσώπητοι, οἱ πλέον στυγνοὶ δικτάτορες.

Αὐτοὶ εἶναι οἱ νέοι ἀσφαλῖτες, οἱ δῆθεν ἐπαναστάτες, ποὺ μὲ λόγια εἰρηνικὰ κηρύττουν ἀποκλειστικὰ τὸ μῖσος, καὶ μὲ τὴν ἐλευθερία στὸ στόμα φέρνουν μόνο τὴν ὑποταγή.

Καὶ ἡ κοινωνία τοὺς χειροκροτεῖ, διότι τῆς μοιάζουν. Καὶ τὸ καθεστώς τοὺς ἐπιδοτεῖ, διότι αὐτοὶ —καὶ μόνον αὐτοί— εἶναι ἡ πιὸ πιστὴ ἀσφάλειά του.