Χρῆστος Κατσέας

[Β΄μέρος] – Συνέχεια τοῦ ἄρθρου: Ἡ Τέχνη ὡς Δαμόκλειος Σπάθη καὶ ἡ Πίστη ὡς Ἀντοχὴ τοῦ Ἀνθρώπου.

Τί εἶν’ ἡ ἀσυλία; Τὸ μέγα ἄλλοθι τῶν ἀσυνείδητων! Ἡ κουκούλα τοῦ πολιτικοῦ ἀλήτη, ποὺ ξέρει πὼς ὅ,τι κι ἂν κάνει, ὅ,τι κι ἂν πεῖ, κανεὶς δὲν τὸν ἀγγίζει —διότι, λέει, «ἐκπροσωπεῖ τὸν λαό»! Κι ὁ λαός; Γελάει πικρά. Ἢ μᾶλλον, δὲν γελάει κἄν. Ἔχει συνηθίσει τόσο στὴν προδοσία, ποὺ δὲν τοῦ κάνει πιὰ ἐντύπωση. Μονάχα μετράει τὶς πληγές του καὶ σιωπᾶ.

Καὶ ἡ Δικαιοσύνη; Μὴν τὴ ζητᾶτε ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει. Ὄρθια, λέει, κι ἀδέκαστη —μὰ γονατισμένη μπροστὰ στὴν ἐξουσία, ἕνας ὑπάκουος γραφειοκράτης ποὺ σφραγίζει τὴ συγκάλυψη καὶ τὴ βαφτίζει «νομιμότητα»! Οἱ νόμοι; Γραμμένοι ἀπ’ τοὺς ἴδιους ποὺ πρῶτοι τοὺς καταπατοῦν. Τὸ Σύνταγμα; Ἕνα χαρτὶ ποὺ τσαλακώνεται στὰ βουλευτικὰ ἕδρανα, ὅταν δὲν ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντά τους.

Ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία, λοιπόν, δὲν προστατεύει ἰδέες, δὲν θωρακίζει τὴν ἐλευθερία τοῦ λόγου —τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ τὰ μεγαλόστομα. Εἶν’ ἁπλῶς τὸ προπύργιο τῆς ἀτιμωρησίας. Μιὰ πανοπλία, πίσω ἀπ’ τὴν ὁποία κρύβονται οἱ θρασύδειλοι, ὅσοι δὲν θὰ τολμοῦσαν ποτὲ νὰ σταθοῦν ἀπέναντι στὴ Δικαιοσύνη χωρὶς τὸ θεσμικό τους προνόμιο. Κι ἂν τολμήσεις νὰ τοὺς ζητήσεις λογοδοσία, θὰ σὲ κοιτάξουν μ’ ἐκεῖνο τὸ βλέμμα τῆς ἐξουσιαστικῆς ἀλαζονείας, τὸ γεμᾶτο εἰρωνεία: «Μπορεῖς νὰ μᾶς κάνεις τίποτα; Ὄχι; Τότε σκάσε καὶ βλέπε».

Ἀλλὰ ἡ Δικαιοσύνη, ἂν θέλει νὰ λέγεται Δικαιοσύνη, πρέπει νὰ πετάξει τὶς ἁλυσίδες της. Νὰ πάψει νά ‘ναι τὸ σκυλάκι τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, νὰ πάψει νὰ χαριεντίζεται μὲ τοὺς διεφθαρμένους. Γιατί ἂν δὲν τὸ κάνει, τότε δὲν εἶναι Δικαιοσύνη, εἶναι μιὰ ἀκόμη κακόγουστη φάρσα τῆς «δημοκρατίας».

Μὰ ἡ δημοκρατία δὲν ἀναπνέει μέσα σὲ σκηνικὰ φτιαγμένα γιὰ θεατρικὲς παραστάσεις καὶ ψεύτικες συγκινήσεις· δὲν τὴ στηρίζουν οὔτε οἱ ὑποκριτὲς οὔτε οἱ συμβιβασμοί. Ἀπαιτεῖ θάρρος ἀπέραντο σὰν τὸ χάος, ἀπαιτεῖ κάθαρση αὐστηρὴ —καὶ κάθαρση χωρὶς κόστος δὲν ὑπάρχει.

Ὄχι τὸ κόστος τῶν ἀθώων, οὔτε ἐκείνων ποὺ παραπλανήθηκαν· ἀλλὰ τῶν προμελετημένων ὑβριστῶν τῆς δικαιοσύνης, τῶν συνειδητῶν ἐμπαικτών της. Καὶ ὅταν ἔρθει ἐκείνη ἡ ὥρα, δὲν θὰ ὑπάρχουν θεσμικὰ προπετάσματα ἀσυλίας, οὔτε νομικὰ τεχνάσματα γιὰ νὰ διαφεύγουν οἱ ἔνοχοι. Θὰ ὑπάρχει μόνο ἀλήθεια κοφτερὴ σὰν ξυράφι, δικαιοσύνη ἀπόλυτη καὶ κρίση ἀμείλικτη.

Καὶ τότε, τότε μόνο, θὰ ξεκαθαρίσει ποιοί ἔκαμαν τὸ ἔγκλημα προσκέφαλό τους καὶ ποιοί θὰ γελάσουν τελευταῖοι —ὅσοι ἀξίζουν τὴν ἐλευθερία!