Χρῆστος Κατσέας
[Α΄μέρος].
Λοιπόν, πᾶμε πάλι, ξανά, ἀλλὰ σωστά, γυμνὰ καὶ ξυραφοφόρα!
Τί εἶναι τέχνη καὶ τί εἶναι πίστη, τί εἶναι πρόκλησις καὶ τί εἶναι ἀνοχή, τί ἄνθρωπος καὶ τί σκιά του, τί ζωή καὶ τί ἀπομίμηση ζωῆς; —θαρρεῖς ἡ τέχνη χρειάζεται ἄδειες, ἢ δεσμά, ἢ καθωσπρέπειες, ἢ κανόνες! Θαρρεῖς ἡ πίστη θέλει δεκανίκια, προστάτες, ἀστυνομία, φίμωτρα! —Μά, ὅποιος ἄνθρωπος φοβᾶται τὴν τέχνη, δὲν ἔχει πίστη· καὶ ὅποιος καλλιτέχνης γέρνει στὴν εὐκολία, δὲν ἔχει ψυχή!
Ἡ τέχνη, γιὰ νὰ λέγεται τέχνη, ὀφείλει νὰ εἶναι δέος —νὰ τραντάζει, νὰ ἀνατινάζει, νὰ συντρίβει. Νὰ τρυπᾷ κατ’ εὐθεῖαν στὸ μυαλό, νὰ ξεσκίζει τὴν ὑποκρισία, νὰ θρυμματίζει μέτωπα ποὺ δὲν ἔμαθαν νὰ κλείνουν πληγές. Νὰ βυθίζει τὸ μαχαίρι ὡς τὸ κόκκαλο —ὡς τὴν καρδιὰ τὴν ἴδια!
Ὁ ἀληθινὸς καλλιτέχνης ἕνα μόνο χρέος ἔχει: νὰ μὴν κάμει ποτὲ αὐτὸ ποὺ ἀναγνωρίζει ὡς ὀρθό! Ὄχι μανιέρα, ὄχι ἐκδίκησις, ὄχι καταστροφή γιὰ τὴν καταστροφή, ἀλλὰ ἡ ἀδυσώπητη ἐντιμότης τῆς ἀλήθειας —τῆς μόνης ἀλήθειας ποὺ δὲν ἐπιβάλλεται, ἀλλὰ ἐκρήγνυται!
Καὶ ἂν ὑπάρχει μία πίστη ἄξια τοῦ ὀνόματος της, εἶναι αὐτὴ ποὺ ὑπομένει καὶ τὴν ἐμπαιγμονή της, καὶ τὴν ἔκθεση, καὶ τὴν πρόκλησιν —ἡ πίστη ποὺ δὲν ζητεῖ δικηγόρους, ποὺ δὲν ὀπισθοχωρεῖ μπροστὰ στὸ ξίφος, ποὺ δὲν φεύγει νὰ κρυφτεῖ ὅταν τὴν δοκιμάζουν! Ποιά ἀλήθεια εἶναι ἀλήθεια, ἂν χρειάζεται φρουροὺς γιὰ νὰ σταθεῖ; Ποιά πίστη εἶναι πίστη, ἂν δὲν ἀντέχει τὴν ἀμφισβήτησιν;
Ἐμεῖς ὅμως; Ἐμεῖς, σ’ ἕναν κόσμο ποὺ ἀπεχθάνεται τὴν ὑπερβολή, ποὺ ἀναγνωρίζει μόνον ὅ,τι χωρᾶ στὶς κατηγορίες του, ποὺ καταπίνει μὲ κουτάλι τὴν μετριότητα ἀλλὰ φοβᾶται τὸν ἄνθρωπο ποὺ τολμᾷ νὰ οὐρλιάξει τὴν ἀλήθεια —ἐμεῖς τί κάνουμε; Γεμίσαμε μὲ «καλλιτέχνες» ποὺ κάνουν τέχνη γιὰ νὰ πάρουν βραβεῖα, ποὺ γράφουν γιὰ νὰ ἐκδοθοῦν, ποὺ ζωγραφίζουν γιὰ νὰ κρεμαστοῦν σὲ τοίχους σαλονιοῦ. Ὄχι γιὰ νὰ κάψουν! Ὄχι γιὰ νὰ καοῦν! —Ποὺ δὲν θέλουν νὰ ταράξουν τίποτα, δὲν θέλουν νὰ ἀποδομήσουν τίποτα, ποὺ ἡ μοναδικὴ ἀλήθεια ποὺ μποροῦν νὰ ὑποφέρουν εἶναι ἐκείνη ποὺ δὲν τοὺς ἀναγκάζει νὰ βλέπουν τὰ μάτια τους στὸν καθρέφτη.
Καὶ ξέρεις τί; Οὔτε τέχνη εἶναι αὐτό, οὔτε πίστη! Εἶναι βιοπορισμὸς ποὺ φορᾷ τὰ ροῦχα τῆς τέχνης, καὶ ἡσυχία ποὺ ντύνεται πίστη. Εἶναι φόβος ποὺ παριστάνει τὴν σιγουριά. Καὶ ἂν ἔχει κάτι νὰ προσφέρει ἡ τέχνη, ἂν ἔχει κάτι νὰ δείξει ἡ πίστη, εἶναι τὸ τί μπορεῖ νὰ ἀντέξει καὶ νὰ ὑπομείνει!
Κι ὅταν μὲ ρωτᾷς γιὰ τὴν τέχνη, γιὰ τὴν πρόκλησιν, γιὰ τὴν πίστη, θὰ σοῦ πῶ τοῦτο μονάχα: ὅ,τι ἀντέχει, εἶναι ἀληθινό! Ὅ,τι σπάει, ἦταν ψέμα!
* Συνεχίζεται: Βουλευτικὴ Ἀσυλία: Τὸ Ὀχυρὸ τῆς Ἀτιμωρησίας καὶ ἡ Προδομένη Δικαιοσύνη…