Χρῆστος Κατσέας

Ἡ πολιτικὴ καχεξία ποὺ παρατηρεῖται στὴν Ἑλλάδα δὲν ἀποτελεῖ τίποτε ἄλλο παρὰ τὴ μοιραία ἔκβαση μιᾶς κοινωνίας ποὺ ἔχει παύσει νὰ παράγει Λόγο, ποὺ ἔχει ἀπολέσει τὴν ἱκανότητα τοῦ αὐτοστοχασμοῦ καὶ τῆς κριτικῆς ἀναμέτρησης μὲ τὸν ἴδιο της τὸν ἑαυτό. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ καθίσταται πασιφανὲς στὴ θλιβερὴ μετριότητα τοῦ δημοσιογραφικοῦ λόγου καὶ στὴν καθολικὴ ἀπαξίωση τῶν Μέσων Μαζικῆς Ἐνημέρωσης, τὰ ὁποῖα, ἀντὶ νὰ λειτουργοῦν ὡς πεδία ζώσας δημόσιας συζήτησης καὶ δημιουργικῆς ἀντιπαράθεσης νοημάτων, ἔχουν μετατραπεῖ σὲ μηχανισμοὺς ἀναπαραγωγῆς τῆς ἀσημαντότητας, τῆς φλυαρίας καὶ τῆς ρηχῆς, ἐπιφανειακῆς ἀνάλυσης ποὺ μεταμφιέζεται σὲ πολιτικὸ λόγο.

Τὸ πρόβλημα, ὡστόσο, δὲν εἶναι μόνο θεσμικό. Πρόκειται πρωτίστως γιὰ μιὰ βαθιὰ ἀνθρωπολογικὴ κρίση. Τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα —ἢ μᾶλλον ὅ,τι φέρει σήμερα αὐτὴ τὴν ὀνομασία— ἔχει ἀπολέσει τὸν μορφωτικό του προσανατολισμὸ καὶ λειτουργεῖ ὡς μηχανισμὸς ἁπλῆς προσαρμογῆς τῶν νέων στὴν ἀγορὰ ἐργασίας. Ὁ πολίτης δὲν διαπλάθεται πλέον ὡς σκεπτόμενο, δρῶν ὑποκείμενο ἱκανὸ νὰ ἀμφισβητήσει, νὰ στοχαστεῖ καὶ νὰ συγκροτήσει νέες μορφὲς συλλογικοῦ βίου, ἀλλὰ ὡς ἁπλὸς χρήστης δεξιοτήτων, ἐγκλωβισμένος σὲ μιὰ ὠφελιμιστικὴ καὶ τεχνοκρατικὴ πρόσληψη τοῦ κόσμου. Ὁ Θουκυδίδης καὶ ὁ Ἀριστοτέλης ἔχουν παραχωρήσει τὴ θέση τους στὴν ἐκμάθηση διοικητικῶν τεχνικῶν καὶ ἐμπορικῶν στρατηγικῶν, ἐνῷ ἡ ἴδια ἡ Πόλις, ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοια, λησμονεῖ τὸν ἑαυτό της καὶ βυθίζεται σὲ μιὰ παραλυτικὴ ἀδράνεια.

Οἱ συνέπειες εἶναι καταστροφικές. Ὁ νόμος δὲν ἀποτελεῖ πλέον ἔκφραση τῆς πολιτικῆς κοινότητας, ἀλλὰ ἐργαλεῖο διαχείρισης συγκυριακῶν συμφερόντων. Τὸ Σύνταγμα ἀντιμετωπίζεται ὡς ἐμπόδιο ποὺ μπορεῖ νὰ παρακαμφθεῖ, ἐνῷ ἡ πολιτικὴ ζωὴ ἐκφυλίζεται εἴτε σ’ ἕνα προνομιακὸ πεδίο ἐξουσίας γιὰ κλειστὲς ὀλιγαρχικὲς ἐλὶτ εἴτε σ’ ἕναν χῶρο ἀτομικιστικῆς ἀποστασιοποίησης, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ ἀδιαφορία καὶ ἡ ἰδιώτευση. Ὅπως στὴν ἀρχαία Ἀθήνα ὁ «ἰδιώτης» ἦταν ὁ μὴ μετέχων στὰ κοινά, ἔτσι καὶ σήμερα ἡ κοινωνία στὸ σύνολό της διολισθαίνει σὲ ἕναν τρόπο ὕπαρξης ἄνευ πολιτικοῦ νοήματος, ἄνευ συλλογικῆς συνείδησης. Ἡ φράση τοῦ Θουκυδίδη: «τόν τε μηδέν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ᾽ ἀχρεῖον νομίζομεν», προέρχεται ἀπὸ τὸν «Ἐπιτάφιο Λόγο τοῦ Περικλῆ» – (Θουκυδίδης, Ἱστορίαι Βιβλίο 2, 40). Ἀπόδοση: «Αὐτὸν ποὺ δὲν συμμετέχει στὰ κοινά, δὲν τὸν θεωροῦμε φιλήσυχο, ἀλλὰ ἄχρηστο.».

Καὶ ἡ Ἀριστερά; Ἀντὶ νὰ ἀναμετρηθεῖ μὲ τὴ ζωντανὴ πραγματικότητα τῆς κοινωνίας, ἔχει ἀναδιπλωθεῖ σὲ ἰδεολογικὲς περιχαρακώσεις καὶ αὐτάρεσκες δογματικὲς ἀφαιρέσεις, ἀδυνατῶντας νὰ συνομιλήσει μὲ τὶς ἀνάγκες καὶ τὶς ἀγωνίες τοῦ παρόντος. Ἡ ἱστορία, ὅμως, δὲν ἀναμένει. Ἂν ἡ κοινωνία δὲν ἐπανεφεύρει τὴν ἱκανότητά της νὰ αὐτοθεσμίζεται, ἂν δὲν ξαναβρεῖ τὸν ἴδιο της τὸν λόγο ὕπαρξης, τότε τίποτε δὲν θὰ ἀπομείνει πέρα ἀπὸ μιὰ ἔρημος ἀποπροσανατολισμένων ἀνθρώπων, δίχως σκοπό, δίχως ἐλευθερία, δίχως πολιτικὴ ὑπόσταση.

Ὅσο γιὰ ἐκείνους ποὺ πλημμυρίζουν τοὺς δρόμους; Δὲν εἶναι ἀδαεῖς οὔτε ἀνεύθυνοι. Ἴσως νὰ μὴν ἀρθρώνουν ἕναν πολιτικὸ λόγο διατυπωμένο στὶς συμβατικὲς θεωρητικές του μορφές, ἀλλὰ ἡ κραυγή τους συμπυκνώνει τὴν ἀπόλυτη ἀλήθεια τῆς κοινωνικῆς ἀποσύνθεσης: «Ἕνα ρημαγμένο κράτος, νὰ πάρει…». Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἁπλῆ ἐκδήλωση ἀγανάκτησης, ἀλλὰ γιὰ τὴν ὠμὴ συνειδητοποίηση ὅτι, ἂν ἡ κοινωνία δὲν ξαναβρεῖ τὸ συλλογικό της ὅραμα, ἂν δὲν συγκροτήσει ἐκ νέου τὸ πολιτικό της φαντασιακό, θὰ χαθεῖ μέσα στὴν ἴδια της τὴν παρακμή.