Ἀπὸ τὸν Χρῆστο Κατσέα

* Τὸ παρὸν ἄρθρο δημοσιεύτηκε στὶς 5 Φεβρουαρίου 2025 στὸ ἠλεκτρονικὸ μέσο «Vima365.gr»

Δημήτρης Καραγιάννης: — [Ἐμένα πάντως ἡ «πατριαρχία» ὡς καθεστωτικὴ ἀντίληψη μοῦ ἔμαθε τί νὰ μὴν εἶμαι…]

* * *

Ὁ Δημήτρης Καραγιάννης ἔρχεται στὸ προσκήνιο τῆς ποιητικῆς δημιουργίας μὲ τὴν πρόσφατη κυκλοφορία τῆς συλλογῆς του «Μικρὲς Λέξεις», (ἐκδόσεις Ἰωλκός, 2024), ἡ ὁποία λειτουργεῖ ὡς τὸ πρῶτο του ἐπίσημο βῆμα στὸν χῶρο τῆς ποιητικῆς ἔκφρασης.

Ἡ συλλογή, «Μικρὲς Λέξεις», προβάλλει ἀπὸ τὴ συνειδητὴ ἀνάγκη νὰ ἐκφραστοῦν τὰ βαθύτερα νοήματα μὲ μιὰ λιτότητα ποὺ δὲν παραδίδεται στὴν ὑπερβολὴ τῶν ἐντυπωσιακῶν λέξεων. Ἡ δύναμη τῶν «μικρῶν λέξεων» ἔγκειται στὴ συνειδητὴ ἀπόφαση νὰ ἐκφραστεῖ τὸ ἀληθινὸ μὲ τρόπο ἄμεσο, χωρὶς φτιασίδια καὶ περίπλοκες φράσεις. Ἡ ποίηση ἀποτελεῖ πάντοτε ἕνα μέσο γιὰ νὰ εἰσχωρήσουμε στὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τοῦ δημιουργοῦ, ἀποκαλύπτοντας τὶς σκέψεις, τὰ συναισθήματα καὶ τὶς ἀνησυχίες του. Μὲσ’ ἀπ’ τὸ ἔργο τοῦ Δημήτρη, ἀνοίγεται μπροστά μας ἕνας κόσμος γεμᾶτος λεπτὲς ἀποχρώσεις καὶ διακριτικὰ συναισθήματα, ποὺ καθρεφτίζουν τὴν εὐαισθησία καὶ τὴ στοχαστική του φύση. Εἶναι μία ποιητικὴ ἀπόπειρα ποὺ μᾶς καλεῖ νὰ ἐξερευνήσουμε τὸ βάθος τῆς προσωπικῆς ἔκφρασής μας.

Εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρίσω τὸν Δημήτρη, μέσα ἀπ’ τὸν γραπτό του λόγο, καὶ συγκεκριμένα μέσα ἀπ’ τὰ ποιήματά του. Ἡ ποιητικὴ συλλογὴ ἀποτελεῖ ἕνα «διακριτικὸ παράθυρο» ποὺ ἀνοίγει τὸν προσωπικό του κόσμο. Γιατί, ὅμως, ἐπιθυμοῦμε νὰ εἰσχωρήσουμε σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο; Διότι μέσα του, θ’ ἀνακαλύψουμε κάτι ποὺ μᾶς ἀνήκει ἀπόλυτα!

Δημήτρη, σ’ εὐχαριστῶ! Ἔχω τὴν αἴσθηση —κ’ ἡ αἴσθησή μου εἶναι ὑπέρμετρα πειθαρχημένη— ὅτι ὁ χρόνος μαζί σου θὰ μᾶς φέρει καινούργια «πράματα»!

* * *

Χ. Κ. — Τί σ’ ἐνέπνευσε νὰ δημιουργήσεις αὐτὴ τὴ συλλογὴ ποιημάτων καὶ πῶς προέκυψε ὁ τίτλος «Μικρὲς Λέξεις»;

Δ. Κ. — Ἀρχικὰ Χρῆστο, νὰ σὲ εὐχαριστήσω προσωπικὰ γιὰ αὐτὴ τὴ συνέντευξη, καθὼς καὶ τὸ μέσο ποὺ μᾶς φιλοξενεῖ, δίνοντας τὴν εὐκαιρία ἔκφρασης μιᾶς νέας φωνῆς. Οἱ «Μικρὲς Λέξεις» γεννήθηκαν πρῶτα ὡς τίτλος καὶ ἔπειτα ὡς ἔργο. Προέκυψαν ἀπὸ μιὰ συζήτηση μὲ μία πολὺ κοντινή μου συνεργάτιδα, ὅταν ἔτυχε νὰ διαβάσει κάτι ποὺ εἶχα ἀφήσει στὸ σημειωματάριο, πάνω στὸ γραφεῖο μου. Σχολίασε, λοιπόν, ὅτι «ἐπιλέγω κάποιες μικρὲς λέξεις ποὺ κάνουν ὅλη τὴ διαφορά». Τὸ κράτησα, καὶ ὅταν ἀποφάσισα νὰ δοκιμάσω νὰ ὀργανώσω τὸ πρῶτο μου ἔργο, τὸ ἔκανα μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικό. Οἱ «Μικρὲς Λέξεις», ὡς συλλογή, εἶναι μιὰ ἀνθολογία ἀπὸ ἕνα σύνολο γραφῆς εἴκοσι ἐτῶν.

Χ. Κ. — Ἡ συγγραφή, ὡς μιὰ ἀνώτερη ἐκδήλωση τῆς ἐσωτερικῆς ἀνάγκης τοῦ ἀνθρώπου νὰ μορφοποιήσει τὰ ἄρρητα καὶ νὰ δώσει λόγο στὰ ἄλογα, συχνὰ πυροδοτεῖται ἀπὸ βαθύτερες ψυχικὲς ἢ πνευματικὲς διεργασίες. Ὑπὸ τὸ πρίσμα αὐτό: Ποιό ἐρέθισμα ἢ ποιά σύμπτωση «ἄναψε» ἐντός σου τὴν ἐνασχόληση μὲ τὴ συγγραφή, καθιστῶντας τὴ μέσο ἔκφρασης;

Δ. Κ. — Ἡ ἐφηβεία! Ξύπνησα ἕνα πρωὶ καὶ ἁπλᾶ ἄρχισα νὰ γράφω. Μοῦ βγῆκε. Δὲν τὸ σκέφτηκα οὔτε τὸ ζύγισα πολὺ ἐκείνη τὴ στιγμή. Ἁπλᾶ ἔγραφα ὅ,τι ἔβγαινε ἀπὸ μέσα μου. Ἀργότερα πῆρε μορφὴ καὶ ὑπόσταση, βάθυνε κιόλας, παράλληλα μὲ τὴν ἐμπειρία ποὺ ἀποκτοῦσα, κυρίως τὴ βιωματική.

Χ. Κ. — Πῶς ἡ μουσική, ὡς πηγὴ ἔμπνευσης, ἔχει ἐπηρεάσει τὴ σύνθεση καὶ τὴ δομὴ τοῦ ἔργου σου;

Δ. Κ. — Γιὰ μένα, ἡ μουσικὴ εἶναι καταλυτικὸς παράγοντας. Ὄχι μόνο ὡς πηγὴ ἔμπνευσης ἀλλὰ ὡς βασικὴ συνιστῶσα σὲ ὅλη τὴ ζωή μου. Σαφῶς, λοιπόν, ἔχει ἐπηρεάσει καὶ τὴ σύνθεση καὶ τὴ δομὴ μέρους τοῦ ἔργου μου. Συνδέοντας καὶ τὴν προηγούμενη ἐρώτηση, θὰ σοῦ πῶ ὅτι ἔπαιξε καὶ ρόλο νὰ κάνω τὴν ἀρχή. Ἔχω πρώιμα γραπτά, ποὺ οἱ στίχοι εἶναι «πατημένοι» πάνω σὲ γνωστὲς μελωδίες ποὺ ἄκουγα στὸ ραδιόφωνο. Ἀργότερα, δημιουργοῦσα ἐγὼ μελωδίες πάνω στὶς ὁποῖες γραφόντουσαν στίχοι, ὁπότε κάποια ποιήματα ἔχουν ξεκινήσει στὸ μυαλό μου ὡς τραγούδια. Φαίνεται, νομίζω, στὴ λυρικότητα ποὺ ἔχουν κάποια. Προσωπικὰ προτιμῶ τὰ πιὸ «ἠλεκτρικὰ» ἀκούσματα. Μὲ ἀκουμπᾶνε πιὸ πολὺ ἐσωτερικά. Ἀλλὰ αὐτὸ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ἐνορχήστρωση. Ἡ μουσικὴ εἶναι μία, ὁπότε δὲν ἐγκλωβίζω τὴν ἀκοή μου σὲ συγκεκριμένα εἴδη. Ἔχω ἀδυναμίες σὲ κάποια πράγματα καὶ ἀπεχθάνομαι κάποια ἄλλα. Προσπαθῶ, σὲ κάθε περίπτωση, νὰ ἔχω τὰ αὐτιά μου ἀνοιχτά.

Χ. Κ. — Πῶς ἀντιμετωπίζεις τὴν ἐτυμολογία τῶν λέξεων καὶ τὶς ἔννοιές τους; Ὅπου στὸν σύγχρονο κόσμο, συχνὰ οἱ λέξεις χρησιμοποιοῦνται ἐπιφανειακὰ καὶ χωρὶς βάθος;

Δ. Κ. — Οἱ λέξεις καὶ οἱ ἔννοιες ὑπάρχουν μόνο ἐντὸς ἑνὸς πλαισίου. Ἐκτὸς αὐτοῦ, καθίστανται κενές. Ὡς φιλοσοφικὸ «παιδί» του Ντεριντὰ καὶ τῆς ἀποδόμησης, τὸ ἀντιμετωπίζω κριτικά. Δυστυχῶς, ἡ μαζικὴ γραφὴ ἐπὶ παντὸς ἐπιστητοῦ σὲ πολλαπλᾶ μέσα καὶ ἡ ἄκριτη χρήση τῶν ἐννοιῶν καταλήγουν στὸ νὰ χάνουν τὰ νοήματα τὴν ἀξία τους. Κερδίζει ἡ διόγκωση τῆς κατανάλωσης ψηφιακοῦ περιεχομένου καὶ ὄχι ἡ συμπύκνωση τῆς οὐσίας. Τὸ πρῶτο εἶναι εὔκολο, τὸ δεύτερο πολὺ δυσκολότερο.

Χ. Κ. — Ποιά εἶν’ ἡ θέση τοῦ Συγγραφέα – Ποιητῆ στὴν καθημερινὴ ζωή; Εἶν’ ἀπαραίτητο τὸ ἔργο νὰ συμβαδίζει μὲ τὴ ζωή του;

Δ. Κ. — Γιὰ μένα, ὄχι. Ὁ δημιουργὸς ζεῖ σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο, λαμβάνει τὰ ἐρεθίσματα, νιώθει, σκέφτεται καὶ τὰ μετασχηματίζει σὲ λόγο. Δὲν εἶναι ἀπαραίτητο ὅτι τὸ ἔργο ἀφορᾶ τὸν ἴδιο καὶ τὴ ρουτῖνα του· σίγουρα ὅμως ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸ περιβάλλον του καὶ τὰ γεγονότα σὲ αὐτό.

Χ. Κ. — Τὸ γράψιμο, ὡς πηγὴ ἐξωτερικεύσεως καὶ δημιουργίας, ἀναπάντεχα συνδέεται μὲ τὸ ἐρώτημα τῆς σκοπιμότητας καὶ τῆς ἐπιθυμίας τῆς ἀναγνώρισης. Σ’ ἕναν κόσμο ὅπου ἡ ἐπικοινωνία συχνὰ κατακλύζεται ἀπ’ τὴ μαζικότητα καὶ τὴν ἀμεσότητα, ἴσως ἡ ἀληθινὴ ἀξία τῆς γραφῆς νὰ βρίσκεται στὴν ἁπλότητα τοῦ αὐθεντικοῦ δημιουργοῦ ποὺ γράφει ὄχι γιὰ τὴν προβολή του, ἀλλὰ γιὰ τὴν προσωπικὴ ἀνάγκη νὰ ἐκφραστεῖ. Θὰ ἔγραφες ἔστω κι ἂν μόνο δύο μάτια ἦσαν ἱκανὰ ν’ ἀναγνώσουν τὰ λόγια σου; —Τὰ δικά σου, μοναδικὰ μάτια!

Δ. Κ. —Ὄχι. Κατηγορηματικά. Στὰ εἴκοσι πέντε χρόνια ποὺ ἔγραφα μέχρι νὰ ἐκδοθεῖ ἡ πρώτη μου συλλογή, τὸ γεγονὸς ὅτι ἔγραφα τὸ ἤξεραν τέσσερις πολὺ δικοί μου ἄνθρωποι. Ὁπότε, δὲν τὸ ἔκανα οὔτε γιὰ νὰ ἱκανοποιήσω τὸ Ἐγώ μου, οὔτε γιὰ νὰ ἀναδείξω τὴν αὐτάρεσκη εἰκόνα ἑνὸς ἐσωτερικοῦ ναρκισσισμοῦ. Τὸ ἔκανα γιατί δὲν μποροῦσα νὰ κάνω διαφορετικὰ· βγῆκε ἀπὸ μέσα μου. Ὅταν μιὰ ἰδέα ἢ ἕνα συναίσθημα ὡριμάσει, πρέπει νὰ βγεῖ ἀπὸ μέσα μου. Σὲ διαφορετικὴ περίπτωση, σκάω. Εἶναι ἴσως μιὰ ἐσωτερικὴ ψυχαναλυτικὴ διαδικασία ποὺ μὲ βοηθάει νὰ πηγαίνω τὸν ἑαυτό μου παρακάτω. Ἂν τὸ ἀποτέλεσμα δημοσιευθεῖ καὶ ἀγγίξει, ἐκφράσει, ἐμπνεύσει τὸ κοινό, τόσο τὸ καλύτερο. Δὲν ὑπάρχει κάτι πιὸ τιμητικὸ γιὰ ἕναν δημιουργό.

Χ. Κ. — Ἡ γραφή, καὶ ἰδίως ἡ Ποίηση, δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μιὰ μορφὴ ἔκφρασης ἢ δημιουργίας· φέρει μέσα της ἕναν βαθύτατο ἰδεολογικὸ καὶ κοινωνικὸ χαρακτῆρα, ἱκανὸ νὰ ἐπηρεάσει, νὰ κινητοποιήσει καὶ ν’ ἀφυπνίσει. Ἡ καλλιτεχνικὴ πράξη, ἀκόμη κι ὅταν φαίνεται ἀποκομμένη ἀπ’ τὰ πολιτικὰ συμφραζόμενα, ἀναπόφευκτα διαλέγεται μὲ τὴν πραγματικότητα καὶ τὴν ἐξουσία, ἄλλοτε ἀμφισβητῶντας την κι ἄλλοτε ἑρμηνεύοντάς την. Ἀκόμα κ’ ἡ πιὸ ἁπλῆ πράξη, τὸ νὰ γράφει κανεὶς δίχως ἄλλο σκοπὸ πέρα ἀπ’ τὴ διαχείριση τοῦ χρόνου, καθισμένος ἤρεμα στὸ γραφεῖο του, χωρὶς καμιὰ πρόθεση ἢ συγκεκριμένο στόχο, ἐμπεριέχει ἕναν βαθὺ πολιτικὸ χαρακτῆρα, κρυμμένο πίσω ἀπ’ τὴ φαινομενικὴ «ἀδράνεια». Σὲ μία ἰδιαίτερη στιγμή, εἶχα διατυπώσει τὴν ἑξῆς ἄποψη: «Ἡ συγγραφή, καὶ ἰδίως ἡ Ποίηση, συνιστᾶ πολιτικὴ πράξη, ἀκόμη καὶ ὁ Ρομαντικὸς Λόγος!». Τὴ θέση αὐτὴ ὑπερασπίζομαι μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ πνεύματός μου!.. Συμμερίζεσαι αὐτὴν τὴν ὀπτικὴ ἢ τάσσεσαι ἐναντίον της;

Δ. Κ. — Συντάσσομαι μὲ αὐτὴ τὴν ἄποψη. Κάθε καλλιτέχνης, ὡς ἀποκύημα τῆς ἴδιας τῆς κοινωνίας, εἶναι καὶ ὁ ἴδιος «ζῶον πολιτικὸν» καὶ ἐντάσσεται, δημοσιεύοντας τὸ ἔργο του, στὸν διάλογο. Ἡ θέση ποὺ θὰ πάρει μὲ αὐτὸ συνιστᾶ πολιτικὴ πράξη στὸ δεδομένο ἱστορικὸ πλαίσιο. Αὐτὸ ποὺ ξεχωρίζει τοὺς μεγάλους καλλιτέχνες εἶναι τὸ ὑπερβατικὸ στοιχεῖο, τὸ ὁποῖο καθιστᾶ τὸ ἔργο ἐπίκαιρο καὶ πανανθρώπινο, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ συγκυρία.

Χ. Κ. — Ἡ συγγραφή, ὡς πράξη δημιουργίας, ἐνέχει ἕνα βαθὺ φιλοσοφικὸ καὶ καλλιτεχνικὸ νόημα. Πρόκειται γιὰ μιὰ διαδικασία ποὺ ἑνοποιεῖ τὴν ἔμπνευση μὲ τὴν τέχνη τοῦ λόγου, ἐκφράζοντας τὸν ψυχικὸ καὶ διανοητικὸ κόσμο τοῦ ἀνθρώπου μέσα ἀπ’ τὸν γραπτὸ λόγο. Ὡστόσο, ἀναφύεται ἕνα ἐρώτημα: ἀποτελεῖ ἄραγε ἕναν χῶρο ἀνοιχτὸ σ’ ὅλους ὅσους τὸ ἐπιθυμοῦν, ἢ συνιστᾶ ἕνα ἱερὸ καὶ ἀνεπίδεκτης προσέγγισης ἔργο, ἀπρόσιτο γιά ’μᾶς τοὺς «θνητούς»;

Δ. Κ. — Ἡ ἐλιτίστικη προσέγγιση στὴν Τέχνη δὲν μὲ ἐκφράζει. Θεωρῶ ὅτι ἡ Τέχνη εἶναι ἕνα πεδίο ἐλεύθερο (ὄχι ἐλευθεριακό!) καὶ δημοκρατικό!. Ὁ καθένας μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ μὲ τὸν τρόπο του, καὶ τὸ ἔργο τοῦ καθενὸς θὰ τὸ κρίνει ἡ Ἱστορία.

Χ. Κ. — Ἡ ποίηση, ὡς ἔκφραση τῆς βαθύτερης ἀνθρώπινης ἐμπειρίας, ἔχει τὴ δύναμη νὰ διαπεράσει τὶς «ἐπιφάνειες» τοῦ κόσμου καὶ νὰ ἀναδείξει τὶς κρυμμένες ἀλήθειες. Μὲσ’ ἀπ’ τοὺς στίχους της, ἀναζητοῦμε ὄχι μόνο τ’ ὡραῖο ἀλλὰ καὶ τὸ οὐσιαστικό, τὸ ὁποῖο ἐνυπάρχει στὴ φύση μας. Ἀντιμετωπίζοντας τὴ σύγχρονη πραγματικότητα, ἡ ποίηση ἴσως ἀποτελεῖ τὸ μόνο μέσο γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῶν πιὸ βαθιῶν κ’ εὐγενικῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ συχνὰ κρύβονται κάτω ἀπ’ τὶς ἐπιρροὲς τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ χρόνου. Εἶν’ ἄραγε ἱκανὴ ἡ ποίησις νὰ φανερώσει τὰ ἐνδόμυχα καὶ ὑψηλότερα συστατικὰ τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, εἰς τοῦτο τὸ πεδίον τῆς διαρκοῦς ἀνατροπῆς καὶ ἀλλοιώσεως, ὅπου βιοῦμε;

Δ. Κ. — Ἡ ποίηση, ὡς εἶδος καὶ ὡς ἔκφραση, εἶναι πιὸ εὐαίσθητη καὶ διαχρονικὰ ψηλαφίζει τὰ δεινὰ τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ὅποιος ἔχει τὰ αἰσθητικὰ καὶ αἰσθητηριακὰ κριτήρια νὰ ἀντιληφθεῖ τὸν «ποιητή», μπορεῖ καὶ νὰ καταλάβει τὰ βαθύτερα νοήματα, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ «φάση» ποὺ βρισκόμαστε.

Χ. Κ. — Ἡ λογοτεχνία, ὡς μορφὴ τέχνης κ’ ἔκφρασης τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος, ἐνέχει πολλαπλὲς τάσεις καὶ ρεύματα. Ἀναρωτιέμαι, λοιπόν, ποιά εἶναι τὰ ρεύματα ποὺ καθοδηγοῦν τὴ δική σου λογοτεχνικὴ κοσμοθεωρία καὶ σὲ ποιό βαθμὸ τὰ ἐνστερνίζεσαι ἢ τὰ συνδυάζεις μὲ τὴ δική σου δημιουργικὴ ἔκφραση;

Δ. Κ. — Δὲν ἔχω κάποια συγγραφικὴ πυξίδα ποὺ νὰ ἀκολουθῶ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐσωτερική. Ἔχω πολλὲς καὶ διαφορετικὲς ἐπιρροές, τόσο ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ξένη λογοτεχνία, ἀλλὰ ὄχι ὡς ἀκόλουθος ἢ συνεχιστὴς κάποιου ρεύματος.

Χ. Κ. — Ἡ σχέση μεταξὺ παιδείας καὶ ἠθικῆς συγκρότησης τῆς κοινωνίας ἀποτελεῖ διαχρονικὰ ἕνα ἀπ’ τὰ πλέον ἀκανθώδη ζητήματα φιλοσοφικοῦ καὶ πολιτικοῦ στοχασμοῦ. Ὑπὸ τὸ πρίσμα αὐτό, ἡ θέση τῶν κλασικῶν κειμένων καὶ τῆς ποίησης στὴν ἐκπαίδευση ἐγείρει ἐρωτήματα ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀξία τους στὴν πνευματικὴ καλλιέργεια τῶν φοιτητῶν, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἐπιρροή τους στὴν κοινωνικὴ ἠθικὴ καὶ τὶς πολιτικὲς δομές. Ἔχοντας σπουδάσει Πολιτικὲς Ἐπιστῆμες στὸ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο, διαθέτεις γνώση τόσο τῶν ἐκπαιδευτικῶν πολιτικῶν ὅσο καὶ τοῦ «φοιτητικοῦ κινήματος» καὶ τῶν θεσμικῶν πλαισίων του. Πιστεύεις ὅτι ἡ Ποίηση καὶ γενικότερα τὰ Κλασικὰ Κείμενα —ποὺ παραμένουν συχνὰ στὴν ἀφάνεια— ἔχουν ἐπαρκῆ χῶρο στὴν πνευματικὴ καλλιέργεια τῶν φοιτητῶν; Καὶ ἂν ναί, πῶς ἑρμηνεύεις τότε τὸ φαινόμενο τῆς διαφθορᾶς, ποὺ διεισδύει σ’ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς κοινωνίας μας; —Οὐ μὴν ἀλλὰ· ἡ παιδεία δὲν ἀποτελεῖ μέσο ἠθικῆς καὶ πνευματικῆς ἀνύψωσης, ἀλλὰ ἔχει μετατραπεῖ σ’ ἐμπόρευμα προσφερόμενο πρὸς Βρώση;

Δ. Κ. — Ἐκτιμῶ ὅτι ἡ ἐκπαίδευση ἔχει μετατραπεῖ σὲ ἐμπόρευμα. Ἡ Παιδεία εἶναι κάτι τὸ καθολικότερο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἐνταχθεῖ στὸ σύστημα ποὺ περιγράφεις. Μὲ αὐτὴ τὴ λογική, τὰ Κλασικὰ κείμενα μποροῦν νὰ διδαχθοῦν ἀπὸ ὅλους, ἀλλὰ τὴν Παιδεία ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ αὐτὰ θὰ τὴ λάβουν ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ἐμβαθύνουν καὶ θὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὸ νὰ συνδέσουν τὰ πολιτισμικὰ στοιχεῖα ποὺ τὰ συγκροτοῦν. Δύσκολη συζήτηση, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ τὴν κάνουμε στὸ πλαίσιο μιᾶς συνέντευξης.

Χ. Κ. — Ἂν εἶχες τὴ δυνατότητα νὰ γυρίσεις τὸν χρόνο πίσω, θὰ ἐπέλεγες καὶ πάλι τὴν Πολιτικὴ Ἐπιστήμη; Ἢ μήπως, θὰ κατευθυνόσουν πρὸς ἄλλες, πιὸ «αὐστηρὲς» ἐπιστῆμες, ὅπως ἡ Φιλοσοφία ἢ ἡ Φιλολογία;

Δ. Κ. — Ναί, ἀνήκω ἐκεῖ, τόσο στὴν ἀντίληψη ὅσο καὶ στὸν τρόπο σκέψης. Ἡ Πολιτικὴ Ἐπιστήμη ἔχει ἕνα πολὺ εὐρὺ πεδίο, ποὺ ἅπτεται καὶ ἄλλων ἀντικειμένων τῶν Ἀνθρωπιστικῶν Ἐπιστημῶν. Δὲν ἔχει ἀπόλυτο πλαίσιο, οὔτε κανονιστικοὺς παράγοντες ἢ σταθερές, σὲ ἕναν κόσμο ποὺ ἀλλάζει διαρκῶς. Ἔχει, ὅμως, μεθοδολογία καὶ συγκρότηση, ποὺ εἶναι καὶ τὸ ἀνταγωνιστικό της πλεονέκτημα. Ἄρα, μπορεῖ νὰ ἀντιλαμβάνεται καὶ νὰ ἀναλύει, σχεδὸν σὲ πραγματικὸ χρόνο, τὸν ροῦ τῶν γεγονότων. Μοῦ ταιριάζει πιὸ πολὺ αὐτό.

Χ. Κ. — Ἡ ἱστορία παρέχει πλεῖστα ὅσα παραδείγματα, μὲ μεγάλους συγγραφεῖς, ποὺ ὅμως ὅταν ἦρθε ἡ βράβευση τὴν ἀρνήθηκαν μετὰ βδελυγμίας! Ὁ Ζάν-Πὸλ Σάρτρ, μὲ τὴ χαρακτηριστική του «ἀντικομφορμιστικὴ» στάση – ἀρνήθηκε τὸ βραβεῖο Νόμπελ (τό ΄64), ὑποστηρίζοντας ὅτι: «Ἕνας συγγραφέας δὲν πρέπει νὰ γίνει θεσμός». Ἐσὺ σὲ μιὰ ἐνδεχόμενη ἀναγνώριση τοῦ ἔργου σου, θὰ ὑπερασπισθεῖς ἕναν ἔπαινο;

Δ. Κ. — Δὲν τὸ ἔχω σκεφτεῖ. Ἂν ἔρθει ἐκείνη ἡ ὥρα, θὰ τὸ δῶ τότε…

Χ. Κ. — Ἀναμφίβολα, ἡ ποίηση δὲν ἀνήκει στὶς ἐμπορικὲς κατηγορίες βιβλίων, καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἀνταμοιβὴ γιὰ τὸν ποιητὴ εἶναι ἀβέβαιη. Ὡστόσο, εἶναι θεμιτὸ νὰ ἐπιδιώκει ἀμοιβή, ἢ μήπως τὸ ἔργο του ἀποτελεῖ, πρωτίστως, ἀνιδιοτελῆ προσφορὰ στὸν Ἄνθρωπο; Σ’ αὐτὸ τὸ δίλημμα, θὰ ἔπαιρνες τὴ θέση τοῦ Σωκράτη ἢ τῶν Σοφιστῶν;

Δ. Κ. — Γιὰ μένα, ἡ ἀπάντηση βρίσκεται στὸ ποίημα τοῦ Charles Bukowski: «So you want to be a writer». Σὲ ἐλεύθερη μετάφραση: «Ἂν τὸ κάνεις γιὰ τὰ χρήματα ἢ τὴ φήμη, μὴν τὸ κάνεις καθόλου…»

Χ. Κ. — Ἡ ἔκδοση ἑνὸς πνευματικοῦ ἔργου ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα μιὰ ἀπ’ τὶς πλέον σύνθετες διαδικασίες τοῦ δημιουργικοῦ γίγνεσθαι, καθὼς συνιστᾶ τὴ σύζευξη τοῦ καλλιτεχνικοῦ ὁράματος μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ ἐκδοτικοῦ κόσμου. Πόσο δύσκολη ἢ εὔκολη ἀποδείχθηκε ἡ ἀναζήτηση ἐκδοτικοῦ στεγάσματος διὰ τὴν πραγμάτωση τῆς ἔκδοσης τοῦ ἔργου σου, μὲ βάση τὶς συνθῆκες καὶ τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ ἐκδοτικοῦ χώρου;

Δ. Κ. — Ὁ τρόπος ποὺ ἀποφάσισα νὰ ἐπιχειρήσω τὴν πρώτη μου ἔκδοση ἔδωσε τὴν ἀπάντηση. Ὀργάνωσα τὸ ἔργο, τεκμηριώνοντάς το μὲ τὸ σκεπτικό μου, καὶ τὸ ἔστειλα σὲ τέσσερις ἐκδοτικοὺς οἴκους ποὺ ἐξειδικεύονται στὴν ποίηση, ἔχοντας προαποφασίσει ὅτι θὰ τὸ δώσω στὸν πρῶτο ποὺ θὰ ἀνταποκριθεῖ. Οἱ ἐκδόσεις «Ἰωλκὸς» μὲ ἐμπιστεύτηκαν πρῶτοι· μίλησα μὲ τὸν ἐκδότη καὶ εἶδα ὅτι εἴμαστε στὸ ἴδιο μῆκος κύματος, καὶ ἔτσι προχωρήσαμε.

Χ. Κ. — Ἡ Ἀνάγνωση εἶναι Δικαίωμα ἢ Ὑποχρέωση γιὰ τὴν Καλλιέργεια τοῦ Πνεύματος;

Δ. Κ. — Εἶναι ἀνατροφοδοτούμενο αὐτό. Ἔχεις δικαίωμα νὰ κατέχεις τὸ «ἐργαλεῖο» καὶ πρόσβαση σὲ αὐτό, καὶ ἂν τὸ ἔχεις, εἶναι «ὑποχρέωσή» σου νὰ μὴν τὸ σπαταλᾶς καὶ νὰ τὸ ἐξασκεῖς.

Χ. Κ. — Ἡ γενιὰ τοῦ ΄30, ὡς κομβικὴ στιγμὴ στὴν ἐξέλιξη τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας, ἀνέδειξε τὸν συνδυασμὸ τοῦ παραδοσιακοῦ καὶ τοῦ μοντέρνου, ἐπηρεάζοντας διαχρονικὰ τὴν αἰσθητικὴ καὶ τὴ θεματολογία τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου. Ὡστόσο, κατὰ πόσον ἡ γόνιμη ὤθηση αὐτῆς τῆς περιόδου σηματοδότησε τὸ πέρας τῆς οὐσιαστικῆς λογοτεχνικῆς παραγωγῆς στὴ χώρα μας. Θεωρεῖς ὅτι, μὲ τὴν καταληκτικὴ πνοὴ τῆς γενιᾶς τοῦ ΄30, ἐπῆλθε καὶ τὸ τέλος τῆς «αὐθεντικῆς» λογοτεχνικῆς δημιουργίας στὴν Ἑλλάδα; Ἢ μήπως ψήγματα αὐτῆς τῆς πνευματικῆς κληρονομιᾶς ἐξακολουθοῦν ν’ ἀνιχνεύονται καὶ στὴ σύγχρονη ἐποχή;

Δ. Κ. — Δὲν βλέπω κάποια ἱστορικὴ συνέχεια, τοὐλάχιστον γραμμική. Βέβαια, δὲν εἶμαι καὶ εἰδικός. Ὅμως, ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ ἐξαιρετικὴ γενιὰ ἄφησε τεράστια πνευματικὴ παρακαταθήκη, θεωρῶ ὅτι ὅλοι οἱ μετέπειτα Ἕλληνες δημιουργοὶ ἔχουν ἐπηρεαστεῖ καὶ ἐνσωματώσει στοιχεῖα. Εἶναι δύσκολο νὰ ξεπεράσεις τον Σεφέρη, τὸν Ἐλύτη, τὸν Ρίτσο, τὸν Γκάτσο, τὸν Ἐγγονόπουλο καὶ τὶς μουσικές του Χατζηδάκι καὶ τοῦ Θεοδωράκη, ἢ τὸν Στρατὴ Μυριβίλη, τὸν Βενέζη καὶ τὸν Καραγάτση. Στὴν περίπτωσή μου, τὴ μεγαλύτερη ἐπίδραση εἶχε ὁ Καββαδίας καὶ οἱ μουσικές του Θάνου Μικρούτσικου, ὁ Ρίτσος καὶ ὁ Γκάτσος.

Χ. Κ. — Καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς πνευματικῆς πορείας ἑνὸς ἀνθρώπου, οἱ ἐμπειρίες κ’ οἱ ἀναγνώσεις δύνανται νὰ διαμορφώσουν καθοριστικὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς σκέψης καὶ τῆς καλλιέργειάς του. Ὑπῆρξε κάποιο κομβικὸ γεγονὸς ἢ μιὰ σταθερὴ «τομὴ» στὴ διαδρομή σου, ποὺ νὰ ἔχει ἐπηρεάσει καταλυτικὰ τὶς ἐπιλογές σου ὡς πρὸς τὴ μελέτη τῶν βιβλίων, διαμορφώνοντας τὴν πνευματική σου κατεύθυνση καὶ συνεισφέροντας στὴν ὡρίμανσή σου;

Δ. Κ. — Εἰλικρινά, δὲν ξέρω, Χρῆστο. Ἤθελα πάντα νὰ καταλάβω τὸν κόσμο σὲ μιὰ ἐσωτερικὴ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας. Ἂν κάποιος ἀνέφερε κάτι ἀπὸ κάποιον συγγραφέα ποὺ δὲν ἤξερα, πήγαινα μετὰ νὰ τὸ ψάξω καὶ νὰ τὸ διαβάσω. Ἂν προέκυπτε κάτι διαβάζοντας ποὺ μοῦ δημιουργοῦσε ἄλλες ἀπορίες ἢ ἀναζητήσεις, συνέχιζα τὸ ταξίδι. Αὐτὴ ἡ διαδικασία, ἴσως, μὲ ὁδήγησε στὴν ὅποια ὡρίμανση, ὅπως τὴν ἀναφέρεις.

Χ. Κ. — Ὁ Θάνατος καὶ ὁ Χρόνος συνιστοῦν γιὰ σένα ἀντικείμενο τρόμου καὶ ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας; Ἢ μήπως ἔχουν εἰσχωρήσει καὶ ἐνσωματωθεῖ στὴν προσωπική σου ποιητικὴ μυθολογία, ὡς σύμβολα ἢ ὡς σημεῖα ἀναγνώρισης τοῦ ὁρίου της —φαινομενικὰ— φθαρτῆς ὕπαρξης;

Δ. Κ. — Χωρὶς τὸν κύκλο τῆς ζωῆς ἢ τὸ πεπερασμένο τοῦ χρόνου ποὺ ἔχουμε σὲ αὐτὴ τὴ Γῆ, ἡ ἀνάγκη ἔκφρασης ἴσως νὰ μὴν ὑπῆρχε. Ἡ φθαρτή μας φύση μας ὁδηγεῖ σὲ συνειδητοποιήσεις, ἄρα καὶ στὴν ἀνάγκη νὰ ἀποτυπωθεῖ ἡ σκέψη μας. Γιὰ μένα, ὁ θάνατος εἶναι μιὰ πραγματικότητα ποὺ δὲν ξέρεις πότε θὰ ἔρθει. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ξέρεις τί χρόνος σου ἀπομένει, τὸ καλύτερο ποὺ ἔχεις νὰ κάνεις εἶναι νὰ ἐκμεταλλευτεῖς αὐτὸν ποὺ ἔχεις διαθέσιμο αὐτὴ τὴ στιγμή. Ἔχω μιὰ «Ἐπικούρεια» θεώρηση σὲ αὐτό: δὲν γίνεται νὰ φοβᾶμαι κάτι τὸ ὁποῖο εἶναι ἀντίθετο πρὸς τὴν κατάσταση τῆς ὕπαρξής μου. Ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχω, δὲν ὑπάρχει ὁ Θάνατος, καὶ ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ὁ Θάνατος, δὲν ὑπάρχω ἐγώ…

Χ. Κ. — Ὁ κάθε συγγραφέας ἀναζητᾶ καὶ καταθέτει τὴ δική του ἀλήθεια. Ἡ ποίηση ὁρίζεται δύσκολα —ὡς φιλοσοφικὸ κατηγόρημα, (κατὰ τὴ γνώμη μου)— καθώς, ὁ καθένας δίνει ἕναν δικό του ὁρισμό. Ἐσύ, πῶς θὰ ὅριζες τὴν ποίηση;

Δ. Κ. — Ἀποφεύγω τοὺς ὁρισμούς. Ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ καθυστέρησα νὰ πάρω τὴν ἀπόφαση νὰ ἐπιχειρήσω κάποια ἔκδοση ἦταν οἱ βαρύγδουποι ὁρισμοὶ καὶ ἡ ἀποδοχή τους γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Ἂς ἐκφράσει ὁ καθένας τον ἑαυτό του μὲ τὸ ἔργο του, καὶ ὁ χρόνος θὰ δείξει.

Χ. Κ. — Πόσο ἐλεύθερος εἶσαι μέσα στὸν κόσμο τοῦ λόγου καὶ τῆς γραφῆς; Πόσο ὑποτάσσεται ἡ συγγραφικὴ πράξη στὴ σκλαβιὰ τῶν συμβάσεων; Ἤ, ἀντιθέτως, ἀποτελεῖ μιὰ ἀδιαπραγμάτευτη ἔξοδο πρὸς τὴν ἀπόλυτη Ἐλευθερία;

Δ. Κ. — Ἂν ἐγκλωβίσεις τὸ Πνεῦμα σὲ συμβάσεις, πῶς θὰ ἐμπνεύσει τοὺς ὑπόλοιπους νὰ πᾶνε παρακάτω; Ἀναρωτιέμαι… Πῶς θὰ ἐπιτελέσει τὸν ρόλο ποὺ ἀνέφερες νωρίτερα, τὸν ἐπαναστατικό; Τροφὴ γιὰ σκέψη ὅλων μας. Οἱ φόρμες εἶναι ἐκεῖ γιὰ νὰ βοηθοῦν τὴν κατηγοριοποίηση, ὄχι τὴν ἔκφραση.

Χ. Κ. — Παρ’ ὅλο ποὺ ἡ βία κατὰ τῶν γυναικῶν φαίνεται νὰ εἶναι πιὸ ἔντονη καὶ ὁρατὴ σήμερα, ἀναρωτιέται κανεὶς ἂν ἡ μορφή της ἔχει ἐξελιχθεῖ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἢ ἂν οἱ θεμελιώδεις αἰτίες καταπίεσης παραμένουν ἀμετάβλητες, ἀκλόνητες καὶ ἀναλλοίωτες, διατηρῶντας τὸ στίγμα τους στὴν κοινωνία; Σ’ ἔχει ἐπηρεάσει ὅλο αὐτὸ στὸν τρόπο ποὺ γράφεις;

Δ. Κ. — Θὰ σοῦ πῶ κάτι, γιὰ πρώτη φορὰ δημόσια, ποὺ ἀφορᾶ τὸ ἔργο μου. Συγκλονισμένος ἀπὸ τὴν ἔμφυλη βία τῶν τελευταίων ἐτῶν, μοῦ βγῆκαν κάποιοι στίχοι πού, στὴν οὐσία, μὲ δεύτερη ματιὰ ἦταν δύο διαφορετικὰ ποιήματα. Τὸ ἕνα μιλοῦσε γιὰ τὴ σχέση τὴ δική μου μὲ τὶς γυναῖκες, τὸ ἄλλο γιὰ αὐτὸ ποὺ δὲν μοῦ ἄρεσε νὰ βλέπω ὡς πραγματικότητα ἀπέναντι στὶς γυναῖκες. Τὸ πρῶτο, ὅταν τὸ συνειδητοποίησα, τὸ τελείωσα σὲ δέκα – δεκαπέντε λεπτά. Τὸ δεύτερο ἔχει μείνει μισὸ ἐδῶ καὶ τρία χρόνια, γιατί κάθε φορὰ ποὺ πάω νὰ τὸ συνεχίσω θυμώνω καὶ μοῦ βγαίνει ὑβριστικὰ ἐπιθετικό. Δὲν μπορῶ νὰ διανοηθῶ πῶς κάποιοι θεωροῦν ἐμπράγματο δικαίωμά τους τὴν ὅποια ἀσεβῆ ἢ βίαιη συμπεριφορὰ ἀπέναντι στὶς γυναῖκες. Εἶναι σὰν νὰ μὴ σέβονται τὴν ἴδια τους τὴ μάνα! Δὲν ξέρω ἂν ἀπαντάει σαφῶς στὴν ἐρώτησή σου. Εἶναι τεράστιο ζήτημα… Ἐμένα πάντως ἡ «πατριαρχία» ὡς καθεστωτικὴ ἀντίληψη μοῦ ἔμαθε τί νὰ μὴν εἶμαι: ὁ γιός, ἀδελφός, σύντροφος καὶ πατέρας.

Χ. Κ. — Ἡ ἔννοια τῆς τεχνητῆς «νοημοσύνης» ἔχει ἀναδειχθεῖ σ’ ἕνα ἀπ’ τὰ πιὸ ἀμφιλεγόμενα καὶ σύνθετα πεδία τῆς σύγχρονης τεχνολογίας καὶ ἐπιστήμης. Μὲ τὴν ταχεῖα ἐξέλιξή της καὶ τὴν ἐνσωμάτωσή της σὲ πλῆθος τομέων τῆς ἀνθρώπινης δραστηριότητας. Πιστεύεις ὅτι δύναται ν’ ἀποκτήσει αὐτονομία, ἀποκοπτόμενη ἀπ’ τὴν ἀνθρώπινη ἐποπτεία καὶ καθοδήγηση;

Δ. Κ. — Εἶναι μιὰ δυστοπικὴ προοπτικὴ ποὺ τὴν ἔχουμε δεῖ νὰ ξεδιπλώνεται στὸν κινηματογράφο. Τεχνολογικὰ μιλῶντας, ἡ τεχνητὴ νοημοσύνη μπορεῖ νὰ ξεφύγει τῆς ἀνθρώπινης ἐποπτείας, γιατί κατέχει τὴν ὑπολογιστικὴ ἰσχὺ νὰ ξεπεράσει τὶς ἀνθρώπινες δυνατότητες ἐπεξεργασίας πληροφοριῶν. Πλὴν ὅμως, δὲν κατέχει τὴ συναισθηματικὴ νοημοσύνη νὰ ἀξιολογήσει τὶς συνθῆκες καὶ νὰ ἀντιληφθεῖ τὶς λεπτὲς διαφορὲς στὰ συναισθήματα ὅπως ἐμεῖς. Ἐκεῖ κρύβεται ἡ πιθανότητα τῆς ἥττας μας… νὰ ἀπολέσουμε τὴ συναισθηματική μας φύση καὶ νὰ γίνουμε ἐμεῖς οἱ μηχανές.

Χ. Κ. — Δὲν μπορῶ νὰ μὴν ἀναρωτηθῶ: πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ τελευταῖα χρόνια, ἀναγνωρίσιμα πρόσωπα —ποὺ βρίσκονται παντοῦ— νὰ καταφέρνουν μέσα σὲ τόσο σύντομο χρονικὸ διάστημα, νὰ γράφουν ὁλόκληρους τόμους; Μήπως ἔχουν βρεῖ κάποιον τρόπο νὰ λύσουν τὸ «πρόβλημα» τοῦ χρόνου, ξεπερνῶντας τὰ ὅρια τῶν συνηθισμένων ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων; Φυσικά, θὰ πρόκειται γιὰ «καλογραμμένα καὶ στοχαστικὰ κείμενα». Ποιά εἶναι ἡ γνώμη σου;

Δ. Κ. — Δὲν ξέρω. Μᾶλλον ἔχουν περισσότερο χρόνο καὶ ὑποστηρίζονται ἀπὸ περισσότερους ἀνθρώπους σὲ ἐπίπεδο ἐπιμέλειας… Δὲν μπορῶ νὰ τὸ κρίνω ὅμως.

Χ. Κ. — Καὶ μία τελευταία ἐρώτηση: Τὸ συρτάρι σου εἶναι γεμᾶτο; Νὰ περιμένουμε νέες δημιουργίες ἀπὸ ἐσένα;

Δ. Κ. — Πολὺ σύντομα, ἐντὸς τοῦ ἔτους, θὰ δεῖτε καὶ ἄλλα πράγματα ἀπὸ ἐμένα…

Χ. Κ. — Σ’ εὐχαριστῶ, Δημήτρη!


Σύντομο βιογραφικὸ σημείωμα: Ὁ Δημήτρης Καραγιάννης γεννήθηκε τὸ 1981 καὶ μεγάλωσε στὴ Νεάπολη Ἐξαρχείων. Ἀπὸ τὸ 1989 ζεῖ στὴν Ἁγία Παρασκευή. Σπούδασε στὴ Σχολὴ Νομικῶν, Οἰκονομικῶν καὶ Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ἀθήνας, ἀπὸ ὅπου ἔλαβε Master στὴν Πολιτικὴ Ἐπιστήμη τὸ 2006. Ἐργάζεται στὸν τομέα τῆς Ἐπικοινωνίας καὶ τῆς Διαφήμισης ἐδῶ καὶ 17 χρόνια.