Σχόλιο – «κριτική»: Χρῆστος Κατσέας

* Τὸ κείμενο δημοσιεύθηκε στὶς 29 Αὐγούστου 2024, στὸ προσωπικό μου ἱστολόγιο. Τοῦτο ἐστί τὸ τελικὸν κείμενον.

Ἡ Ποίηση δὲν εἶν’ ἁπλῶς μιὰ μορφὴ τέχνης, ἀλλὰ μιὰ μορφὴ Γ ν ώ σ ε ω ς!… (Χ.Κ.)

Πρὸς τὸ παρόν, «ἀγνοῶ» τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους κάποιοι αὐτοανακηρύσσονται ὡς οἱ «φύλακες» τῆς λογοτεχνίας. Ὁ δικός μου κανόνας εἶναι εὔχρηστος: νὰ μὴν ὑποκύπτω στὸν πειρασμὸ νὰ γράψω ἀνώφελα ἢ διογκωμένα —μὲ μένος— κείμενα γιὰ ἔργα ποὺ οὐσιαστικὰ δὲν ἀξίζουν τὸν κόπο. Δυστυχῶς, ἡ πρακτικὴ αὕτη ἀποτελεῖ σύνηθες φαινόμενον —τὸ νὰ κρίνωμεν τὰ ἀρνητικὰ ἔργα—, μεταξὺ πολλῶν «εἰδικῶν» εἰς τὸν χῶρον τῆς κριτικῆς.

Κάθε σκέψη, ἄποψη καὶ ἑρμηνεία, φέρει τὸ ἅρμα τοῦ ὑποκειμένου!

Ἐν ἀρχῇ ἂς τεθεῖ, ὅτι ἡ κριτικὴ πρὸς συγγραφέα νεοφανῆ ὀφείλει νὰ διακρίνεται ὑπὸ γενναιοδωρίας. Ἡ συγγραφή, τέχνη οὖσα, ἀπαιτεῖ οὐ μόνον δεξιότητα, ἀλλά καὶ πίστιν ἀκράδαντον εἰς τὸν ἑαυτόν. Διά τοῦτο, ἡ κριτικὴ ὀφείλει νὰ ἑστιάζει μᾶλλον εἰς τὰ πλεονεκτήματα τοῦ ἔργου, ἐνθαρρύνοντας τὸν συγγραφέα εἰς τὴν πρόοδον. Ἂς μὴ λησμονοῦμεν, ὅτι ἡ πρώτη συγγραφικὴ ἀπόπειρα ἀποτελεῖ βῆμα σημαντικόν, ἄξιον ἐπαίνου καὶ ὑπομονῆς. Ἐν τούτοις, ἡ κριτικὴ ὀφείλει νὰ διατηρεῖ καὶ τὴν ἀντικειμενικότητά της. Ὀφείλει νὰ ἐπισημαίνει τυχὸν ἀδυναμίες, προσφέροντας παράλληλα καθοδήγησιν πρὸς βελτίωσιν. Σκοπὸς τῆς κριτικῆς δὲν εἶναι τὸ σύρσιμο τοῦ πνεύματος τοῦ συγγραφέως, ἀλλὰ ἡ συμβολὴ εἰς τὴν ἐξέλιξίν του. Ἐν κατακλεῖδι, ἡ κριτικὴ πρὸς τὸν νεοφανῆ συγγραφέα ὀφείλει νὰ ἀσκεῖται λογοτεχνικὸς μὲ εὐγένειαν, κατανόησιν καὶ πνεῦμα ἐνθαρρυντικόν.

Ὡς πρὸς τὸ ἔργο:
Ἀρχικῶς, τὸ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΑΦΙΕΡΩΣΕΩΣ ὀλίγον περιθώριον παρέχει:
«Σὲ ἐκείνους ποὺ πίστεψαν σὲ μένα».

Ἡ ἀνάγκη τοῦ ποιητοῦ, ὅπως αἰσθανθεῖ τὴν πίστιν εἰς αὐτόν —ἴσως, τοῦτο νὰ τοῦ παρέχει ζωὴν, ἤ ἕνα κίνητρον! Ἴσως νὰ ἐπιθυμεῖ νὰ διαρρήξει τὸ τετράγωνον ἐντὸς τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται ἐγκιβωτισμένος —μεγάλη ἡ ρῆσις!

Ὅταν αἰσθάνομαι πνευματικὴ ἐγγύτητα μ’ ἕνα κείμενο, ἀφιερώνω χρόνο γιὰ νὰ συντάξω ὀλίγα σύντομα σχόλια. Γράφω διὰ νὰ ἐκφράσω τὰς σκέψεις μου καὶ τὰ συναισθήματά μου, καὶ ὄχι διὰ νὰ κρίνω ἢ νὰ διδάξω. Ἐξάλλου, ἐὰν ἕνα κείμενο μ’ ἀφήνει ἀδιάφορο, οὐδόλως ἀσχολοῦμαι. Ὅταν δὲ πρόκειται περὶ τῆς Ἑ σ τ ί α ς! (σελίς, 11) —το σπίτι, τὸ ἀποκούμπι, ἡ κλίνη— τότες οὐδὲν δύναται κανεὶς νὰ παραβλέψει αὐτήν.

Ἡ «Ἑστία…»

«Ἤθελα πάντα, νομίζω, νὰ σοῦ μοιάσω
καὶ ἀπὸ τὸ μπόι μου νὰ γίνω πιὸ ψηλός
ἀπὸ περηφάνια, ἤθελα ἁπλὰ νὰ σ’ ἀγκαλιάσω,
μὰ δὲ σὲ ἔφτανα, μὲ τύφλωνε το φῶς.
Τὶς φορὲς ποὺ πιὰ φοβᾶμαι δὲ σ’ τὸ δείχνω,
εἶναι ποὺ δὲν μπορῶ νὰ μὲ μαλώνεις, τελικά,
ποὺ δὲν μπορῶ ἄλλες εὐθύνες νὰ σοῦ ρίχνω
τὶς νύχτες ποὺ μεγαλώνω ξαφνικά.»

Τὸ ποίημα ἑστιάζει εἰς τὴν λαχτάραν τοῦ ποιητοῦ νὰ ταυτισθεῖ μὲ ἕνα θαυμαζόμενον πρόσωπον, —ἡ λάμψη ἑνὸς ἰδανικοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ ποιητὴς δὲ δύναται νὰ ἀγγίξει, ἢ ἀκόμα καὶ ἡ τύφλωσις τῆς αὐτογνωσίας του. Ὁ ὁμιλητὴς ἐκφράζει μία ἀλλαγὴν εἰς τὴν στάσιν του ἀπέναντι τοῦ φόβου. Παλαιόθεν, ἴσως νὰ μοιραζόταν τοὺς φόβους του μ’ ἕνα πρόσωπο (οἰκεῖο).

Ἡ «Σπουδή…»: Ἡ Ματαιότης τῆς Σπουδῆς εἰς Ἄδικον Βίον:

«Τὰ δάκρυά σου ἀπόσταγμα, ποὺ φέρνει ὁ γερο-χρόνος
καὶ στὸν καθρέφτη ἀνθίζει ἡ σπουδὴ τῆς ἄδικης ζωῆς…»

Ἡ σπουδή, καθίσταται μάταιος κόπος, ἄνευ οὐσιαστικοῦ ἀποτελέσματος. Ἡ διόδευσις εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ζωῆς, ὄντας διεσπαρμένη ὑπὸ τοῦ ἀδίκου, ἀδυνατεῖ νὰ ὁδηγήσει εἰς τὴν τελείαν εὐημερίαν καὶ τὴν πλήρωσιν τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ ἀτόμου. Ὁ μόχθος καὶ ἡ ἀφοσίωσις δὲν δύνανται νὰ ἐξαλείψουν τὴν ἀδικία, ἡ ὁποία, ὡς ἀόρατος τύραννος, δεσπόζει καὶ καθορίζει τὴν πορείαν τῆς ζωῆς.

Ὡς ἐκ τούτου, ἡ σπουδὴ εἰς ἄδικον βίον δύναται νὰ παρομοιασθῇ μὲ τὴν προσπάθειαν καλλιέργειας εἰς ἔρημον τοπίον: ὁ σπόρος, ὄντας στερημένος τῶν ἀπαραίτητων θρεπτικῶν συστατικῶν, ἀδυνατεῖ νὰ βλαστήσει καὶ ν’ ἀνθήσει.

Ὁ Δημήτριος συνειδητοποιεῖ ὅτι τὰ ἀκριβὰ πράγματα ἀπαιτοῦν ψυχήν.
Τὴν Ψ υ χ ὴ ν  ἡ μ ῶ ν!… Τὰ ὑλικὰ ζητήματα ἀφοροῦν ἀσήμαντα πράγματα, χωρὶς οὐσιαστικὸ ὄφελος. Πράγματα ἄσχετα μὲ τὴν Ἀ ρ ε τ ὴ ν καὶ τὸ Ἦ θ ο ς !

Ἐπιπροσθέτως, γνωρίζει, —ἢ ἐπαναδιατυπώνει μέσα του— τὶς πραγματικὲς ἀξίες! «Τὰ πράγματα τὰ ἀκριβά…»: ἐδῶ, σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, θυμᾶμαι τὴν πρώτη συλλογὴ τοῦ Καρυωτάκη: «Ὁ Πόνος τοῦ Ἀνθρώπου καὶ τῶν Πραμάτων», εἶναι τὰ ἴδια πρά(γ)ματα, σ’ ἕναν δικό μας κόσμο.

Ἡ Σιωπὴ ὡς Θυσία: «…θυσίασες τὶς λέξεις σου στὸν νόμο τῆς σιωπῆς».
Αὐτὸς ὁ στίχος φέρνει στὸ νοῦ μου μιὰ σκέψη ποὺ διάβασα πρόσφατα:
«Ὅσο μεγαλώνω, τόσο σιωπῶ!…»

Ἡ σιωπή, λοιπόν, μοιάζει μὲ μίαν ἀναπόφευκτον τάσιν ἥτις ἔρχεται μετὰ τῆς ὡριμάνσεως. Ἴσως νὰ ὀφείλεται εἰς τὸν κόπον ἐκ τῆς ματαίας μάχης τῶν λέξεων, ἴσως εἰς τὴν ἀναζήτησιν μίας βαθυτέρας ἀληθείας πέραν τῶν λόγων. Ἴσως, πάλιν, νὰ ἀποτελεῖ μίαν μορφὴν αὐτοπροστασίας, ἕνα καταφύγιον ἀπὸ τὸν θόρυβον τοῦ κόσμου. Εἰς τοὺς στίχους αὐτοὺς ἀναγιγνώσκω ὅτι: ἡ σιωπὴ δὲν εἶν’ ἁπλῶς ἡ ἀπουσία λόγων. Εἶναι μία θυσία, μία ἐπιλογή. Ἴσως ὁ ποιητὴς νὰ θυσιάζει τὴν εὐκολίαν τῆς ἐκφράσεως χάριν μίας βαθυτέρας ἀληθείας. Ἴσως νὰ θυσιάζει τὴν ἐπιφανειακὴν ἐπικοινωνίαν χάριν μίας οὐσιαστικότερης συνδέσεως.

Ἡ σιωπὴ τοῦ ποιητοῦ εἶναι μία πρόσκλησις πρὸς ἡμᾶς. Μᾶς καλεῖ νὰ ἀφουγκραστοῦμε τὴν ἰδικήν μας ἐσωτερικὴν φωνήν, νὰ ἴδωμεν πέραν τῶν λόγων καὶ νὰ ἀγγίξουμε τὴν οὐσίαν των πρα(γ)μάτων! Εἶναι μία πρόκλησις δύσκολη, ἴσως καὶ τρομακτική. Ἀλλὰ ἴσως καὶ ἡ μόνη ἥτις δύναται νὰ μᾶς ὁδηγήσει εἰς τὴν ἀληθινὴν κατανόησιν καὶ τὴν ὁλοκλήρωσιν.

Ἡ «Πορεία…»

«Τοῦ Ἑωσφόρου, τὸ χέρι ἔσφιξες γερά
κλείνοντας μ’ αἷμα μιᾶς ζωῆς τὴ συμφωνία,
γιατί σὲ χείλη παθιασμένα, φλογερά,
τὸ μυαλὸ σοῦ συνιστοῦσε ψυχραιμία.»

Πεπονημένος, διεπραγματεύθην τὴν ἀνάλυσιν τοῦ συγκεκριμένου χωρίου, πιστεύων ὅτι ἐνέργησα εἰς τὸ μέτρον τῶν δυνατοτήτων μου. Χωρὶς οὐδεμίαν σκιὰν ἀμφιβολίας, οἱ στίχοι ἐτοῦτοι ἀποτελοῦν τὸ ζωογόνο ἐκεῖνο καύσιμον, ποὺ τροφοδοτεῖ τὴν ψυχὴν καὶ τὸν νοῦν. Δυσκολοχώνευτοι μέν, ἀλλ’ ἀληθεῖς, ὄχι ψευδεῖς! Ὁ ποιητής, ὄντας ἐγκλωβισμένος ἐντὸς σφοδρῶν ψυχικῶν συγκρούσεων, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ δαίμονες καὶ ἀντιφάσεις. Βυθισμένος σ’ ἕνα δίλημμα ἀέναο, παλεύει ἀσταμάτητα, ταλαντευόμενος ἀνάμεσα στὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἀπελπισία, στὸν ἔρωτα καὶ τὴν ἀπογοήτευση.

Ὁ Ἑωσφόρος: γνωστὸς καὶ ὡς ὁ διάβολος, συμβολίζει τὸν πειρασμό, τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν παρορμητικὴ ἐπιθυμία.

Ἡ ἀέναη σύγκρουσις μεταξὺ τοῦ παθιασμένου πόθου καὶ τῆς λογικῆς ψυχῆς, ἡ ἀκατανίκητη ἕλξη πρὸς τὸ ἀπαγορευμένον καὶ ἡ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἠθικῆς ἐπιλογῆς, στοιχεῖα ἅπαντα διαχρονικὰ καὶ οἰκεῖα εἰς τὸν καθένα, ἀγγίζουν τὴν ψυχὴν ἡμῶν μὲ τρόπον διαφορετικόν, ἀφήνοντας τὸ στίγμα των εἰς τὴν ὕπαρξίν μας.

Ὅ,τι γράφει ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀποκλειστικῶς ἰδικόν του. Εἰς ἡμᾶς φθάνει μόνον ἕνα ἐλάχιστον μέρος τοῦ ἀδιεξόδου του, τοῦ βασικοῦ ἐνστίκτου του, ἕνα μοναδικὸ τεμάχιον: —Ἡ Τραγωδία, ἢ ἡ Χαρά αὐτοῦ. Ἐνίοτε, ἡ προσπάθεια αὐτὴ εἶναι ἐπώδυνος καὶ κοπιαστική, ἀλλ’ ὁ καρπὸς αὐτῆς εἶναι γλυκὺς καὶ ἀξιόλογος. Ἡ εὐγενὴς αὐτὴ ἀποστολὴ καθιστᾶ τὸν συγγραφέα θεράποντα τῆς ἀληθείας καὶ τῆς σοφίας. Οὕτω, τὸ ἔργον αὐτοῦ δὲν εἶναι ἁπλῶς προϊὸν τῆς φαντασίας, ἀλλὰ καθρέπτης τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας καὶ πάλης! Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν πάλην, ὁ ἀναγνώστης ὀφείλει νὰ ὁπλιστεῖ μὲ ὑπομονήν, ἐπιμονὴν καὶ κριτικὴν σκέψιν, ἕως ὅτου κατορθώσει νὰ διαπεράσει τὰς ὁμίχλας τοῦ νοήματος καὶ νὰ φθάσει εἰς τὸ βάθος τῆς ἀληθείας.

Ἔστω καὶ ἂν ὁ κόσμος «προκόβει» καὶ αἱ φωναὶ τῶν δημιουργῶν πνίγονται εἰς τὴν βοὴν τῆς καθημερινότητος, ἡ οὐσία τῶν λόγων αὐτῶν μένει ἀθάνατος. Ἡ σπουδαιότητα τῆς γραφῆς δὲν ἔγκειται μόνον εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῶν λέξεων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν δύναμιν νὰ ἐμπνεύσουν, νὰ κινητοποιήσουν καὶ νὰ φωτίσουν τὴν ψυχὴν τοῦ ἀναγνώστου. Διὰ τοῦτο, ὁ συγγραφεὺς συνεχίζει νὰ γράφει, νὰ ὀνειρεύεται καὶ νὰ ἐλπίζει, πιστεύων ὅτι κάποιος, κάπου, θὰ ἀκούσει τὴν σιδηρᾶν φωνήν του «Θ η ρ ί ο υ» αὐτοῦ καὶ θὰ βρεῖ εἰς αὐτὴν μίαν σπίθα φωτός.

Ἡ ἀνάγνωσις ἑνὸς κειμένου κατὰ τὴν πρώτην ὄψιν φαντάζει ὡς ἔργον εὐχερές. Πλὴν ὅμως, ἡ κατανόησις τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ ἀποτελεῖ πρόκλησιν δυσχερῆ καὶ ἐπίπονον. Μερικὲς φορές, ἡ ἑρμηνεία τοῦ νοήματος δύναται νὰ φανεῖ μοιραία, ἴσως καὶ ἀδύνατον. Καὶ τοῦτο συμβαίνει διότι ἡ φαντασία τοῦ συγγραφέως περιφέρεται ἐλευθέρως, καθιστῶσα ἀδύνατον εἰς ἡμᾶς νὰ συλλάβωμεν πλήρως τὰς σκέψεις τοῦ «θηρίου» τούτου, καὶ τὰς ἰδέας αὐτοῦ. Διότι ὁ συγγραφεύς, μὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πνεύματος καὶ τὴν ὀξυδέρκειαν τοῦ νοῦ του, δύναται νὰ διατυπώσει ἰδέας καὶ σκέψεις τοσοῦτον βαθιᾶς καὶ λεπτῆς ὑφῆς, ὥστε ἡ κοινὴ λογικὴ καὶ ἡ ἁπλὴ ἀντίληψις τοῦ ἀναγνώστου ν’ ἀδυνατοῦν νὰ τὰ συλλάβουν καὶ νὰ τὰ ἑρμηνεύσουν.

Τὸ νὰ ἀναπαύεσαι καὶ νὰ σκέφτεσαι, κοπιωδῶς —βράδυ, στὸν ζεστὸ ἐξώστη, Αὔγουστο—, ὅ,τι προσφέρεις κ’ ἐσὺ κάτι, ἔστω, κάτι φαινομενικὰ «μικρό», εἶναι ἀρκετὰ ὡραῖο! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδεατή —ὑποκειμενικὴ— ἀπεικόνιση πού ’χω γιὰ τὸν συγγραφέα. Λίγοι θὰ δώσουν σημασία στὴ «σιδερένια» φωνὴ τοῦ (κάθε) συγγραφέα. Αὐτουνοῦ ποὺ προσπαθεῖ κάτι εὐγενικὸ νὰ σοῦ μεταδώσει. Καὶ αὐτὸ κάνει τὸ σύνολο τοῦ ἔργου. Ἡ «Φυλακὴ» τοῦ συγγραφέα εἶν’ ἡ ἐκροὴ ἐνσυναίσθησης καὶ ὁ φόβος τῆς αὐτογνωσίας. Ἡ «Φυλακὴ» φέρνει εἰς τόν νοῦν ἕνα ἄλλο περιχαρακωμένο συναίσθημα. Ἐδῶ, ἡ ἐνσυναίσθηση ρέει ἀβίαστα καὶ γενναιόδωρα! Ὁ συγγραφέας ἄρχεται νὰ γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του, καὶ τοῦτο, ἴσως, τὸν Τ ρ ο μ ά ζ ε ι!

Ὁ ποιητής, μὲ ὀξύνοιαν, ἀπέρριψεν τὰς φανταχτερὰς, λαμπράς καὶ περιπλόκους λέξεις, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον θολώνουσι τὸ νόημα καὶ συγχύζουσι τὴν σκέψιν. Ἀντ’ αὐτῶν, ἠσπάσθη τὴν ἁπλότητα, ἐκλέγοντας μικρᾶς λέξεις, πλήρους βάθους καὶ οὐσίας. Ἡ συλλογὴ «Μικρὲς Λέξεις» ἀποτελεῖ μαρτυρίαν τῆς δυνάμεως καὶ τῆς ἁπλότητος, φέρει εἰς τὸ φῶς θραύσματα συναισθημάτων καὶ σκέψεων, φυλακισμένα ἐν λόγοις λιτοῖς. Πλέον, ὄχι ἀόρατες δυνάμεις, ἀλλὰ ὀντότητες μὲ ὑπόστασιν, ἐπιλογὰς ἐλευθέρας, φωνὰς δυνατάς. Ἡ συλλογὴ αὕτη εἶναι ἡ ἀποτύπωσις τῆς μεταμορφώσεως ταύτης. Εἶναι μία ὑπενθύμιση ὅτι ἡ ἀλήθεια, ὅσον ὀδυνηρὰ καὶ ἂν εἶναι, φέρει τὴν ἀπελευθέρωσιν.

* * *

Τυπογραφικῶς τὸ βιβλίον, φωνήν ἤρεμον καὶ ἰσχυρὰν παρουσιάζει. Οἱ ἐπιμεληταὶ αὐτοῦ, ἐπὶ ἔτη —μετ’ ἐναλλαγῶν— διατηροῦν τὴν κλασικὴν μέθοδον τῆς τυπογραφίας. Στὴν ἐποχήν μας, ὅπου ἡ ψηφιακὴ τεχνολογία κυριαρχεῖ, ἡ τυπογραφία ἴσως ἐμφανίζεται παλαιοπρεπής. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ γοητεία τῆς παραδοσιακῆς τυπογραφίας παραμένει ἀκατάπαυστος. Ἡ αἴσθησις τοῦ χαρτιοῦ εἰς τὰς χεῖρας ἡμῶν, ἡ ὀσμή τοῦ μελανίου ἡ εὐμορφία τῆς γραμματοσειρᾶς, πάντα ταῦτα δημιουργοῦν μία μοναδικὴν ἐμπειρίαν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἀντικατασταθεῖ ὑπὸ τῆς ψηφιακῆς ἀναγνώσεως.

Ἐν τῷ ἐπιλόγῳ:

Ἐδυνάμην μὲν καὶ ἄλλα νὰ γράψω, πλὴν ὅμως θὰ ἐκούραζα —ἴσως, καὶ τοῦτο ἔπραξα—, πρόκειται περὶ ἔργου τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν πρώτην ματιὰ φαίνεται μικρόν, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν, αὐξάνει τὸ « Μ π ό ι σ ο υ ! ».

* * *

Σημειώσεις:

Α ΄. Μικρὸν – σημαντικὸν λεξιλόγιον ἐκ τοῦ ἔργου: Ἑστία, Σπουδή, Φυλακή, Προσευχή, Στίγμα, Δῶρο, Πορεία, Βασιλικός, Νανούρισμα, Ἀγάπη, Ἄρωμα, Σὲ ’μενα, Φῶς, Συγγνώμη, Ψυχή, Δάκρυα, Ζωή, Σιωπή, Ἐξάντας, Ἀστερισμός, Ξενιτιά, Εἰκόνα, Ἄγγελος, Οὐρανός, Ἐπανάσταση, Ντροπή, Παιδί, Μάνα, Φεγγάρια, Ἑωσφόρος, Συναστρία, Συντρίμμια, Ματώνει, Ταπεινά, Γκρεμός, Ἔρωτας, Εἴδωλα, Καθρέφτες, Χάδι, Χείλια, Λαιμός, Χορδή, Μουσική, Ρωγμή, Φιλί. – Λέξεις μὲ περιεχόμενο, ἀπ’ τὰ ἔγκατα τῆς Ζωῆς μας… Ἐνίοτε ἀνείπωτες!

Β΄. Τὸ πολυτονικὸ σύστημα δὲν περιορίζεται σὲ μιὰ ἁπλὴ συντακτικὴ ἡ ὀρθογραφικὴ λεπτομέρεια, ἀλλὰ ἀντιπροσωπεύει τὴν πολυεπίπεδη φύση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Μὲ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα νὰ ἐνσωματώνονται στὸν τρόπο ποὺ ἐκφραζόμαστε, δημιουργεῖται ἕνα πλούσιο καὶ ποικίλο σύστημα διάκρισης ποὺ προσδίδει ἐκφραστικὴ εὐελιξία καὶ ἀκρίβεια στὴ γλῶσσα μας: «Τριάντα Τρία Ὀδυνηρὰ Ἐνθύμια. Ἡ Καταστροφὴ τῆς Μικρασίας», Β΄ Ἐπαυξημένη ἔκδοση | Αὐτοέκδοση, 2024 – lulu.com.

Γ΄. Σὲ ὁρισμενες περιπτώσεις: ὁ τονισμὸς καὶ ἡ ὀρθογραφία τῶν λέξεων ἕπεται τοῦ «παλαιοῦ» καὶ ὀρθοῦ συστήματος γραφῆς. Καθὼς καί, ἐχρησιμοποιήθησαν λέξεις ἀρχαΐζουσες. Ἡ χρήση ἀρχαϊκῶν λέξεων μπορεῖ νὰ προσδώσει ἀκρίβεια καὶ σαφήνεια στὸ κείμενο. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα διαθέτει δαψιλές λεξιλόγιο, τὸ ὁποῖο περιλαμβάνει λέξεις ἀρχαϊκὲς ποὺ φέρουν ἰδιαίτερη ὀμορφιὰ καὶ ἐκφραστικότητα. Ἡ χρήση αὐτῶν τῶν λέξεων μπορεῖ νὰ ἐμπλουτίσει τὸ κείμενο καὶ νὰ τὸ καταστήσει ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν ἀναγνώστη.