Σχόλιο – «κριτική»: Χρῆστος Κατσέας

* Τὸ κείμενο δημοσιεύθηκε στὶς 07 Ἰανουαρίου 2024, στὸ προσωπικό μου ἱστολόγιο. Τοῦτο ἐστί τὸ τελικὸν κείμενον.

Ὁ Βασίλης Δημητράκος, ποιητὴς βαθιὰ στοχαστικὸς καὶ οὐσιαστικὰ μοναχικός, καταθέτει μέσα ἀπὸ τὸν συγκεντρωτικὸ τόμο «Ποιήματα 1983–2018» ὄχι ἁπλῶς ἕνα σύνολο ἔργων —ἀλλὰ μία πνευματικὴ διαδρομή. Καὶ ἡ διαδρομὴ αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ εὔκολη, τοῦ εὐσυγκίνητου καὶ τοῦ ἀνέφελου λόγου· εἶναι τὸ σταθερὸ πάτημα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ξέρει νὰ σκάβει μέσα του, νὰ μετουσιώνει τὸ συναίσθημα σὲ γλῶσσα —καὶ τὴ γλῶσσα σὲ μαρτυρία.

Ἡ ποίησή του, λιτὴ στὴ μορφή, εἶναι φλογερὴ στὴν οὐσία. Κάθε στίχος του Δημητράκου μοιάζει νὰ προῆλθε ὄχι ἀπὸ ἔμπνευση στιγμιαῖα, ἀλλὰ ἀπὸ ψυχικὴ κατεργασία —ἀπ’ τὴ μαστοριά του ν’ ἀρθρώνεις τὸ ἐλάχιστο, χωρὶς νὰ τοῦ στερεῖς τίποτα ἀπὸ τὸ βάθος. Τὸ προσωπικό, τὸ ἐρωτικό, τὸ κοινωνικό, τὸ θεολογικό, ὅλα πλέκονται σ’ ἕνα λόγο ποὺ δὲν φωνάζει, ἀλλὰ πάλλεται —καὶ συχνὰ πονᾶ.

Αὐτὸς ὁ πόνος, ὅμως, δὲν εἶναι μελοδραματικός. Εἶναι ὁ πόνος τοῦ ἀνθρώπου ποὺ βλέπει καθαρά —καὶ γι’ αὐτὸ μιλᾶ μὲ ἀπόλυτη, ἐξομολογητικὴ εἰλικρίνεια. Στὴν ποίησή του, τὸ ὁμοερωτικὸ στοιχεῖο δὲν παρουσιάζεται ὡς πρόκληση ἢ δηλωτικὴ ταυτότητας· εἶναι ἐρωτικὴ ἀνθρώπινη ἐμπειρία στὴν πιὸ καθαρή, ψυχικὰ τραυματισμένη ἀλλὰ καὶ λυτρωτική της μορφή. Ἡ ἐρωτικὴ συγκίνηση, ἡ ἀπώλεια, τὸ βλέμμα τοῦ ἄλλου —ὅλα ἀποκτοῦν, μέσα ἀπ’ τὴ γραφή του, μιὰν ἀκρίβεια σχεδὸν ἱερή.

Σημαντικὸ εἶναι ἐπίσης το πῶς ἡ Θεσσαλονίκη ἀναδύεται στὰ ποιήματά του: ὄχι ὡς τοπίο τουριστικὸ ἢ ἀστικὸ διακοσμητικό, ἀλλὰ ὡς ὑπαρξιακὸ βάθος, τόπος μνήμης καὶ πνευματικῆς ζύμωσης. Ἡ συνεργασία του μὲ τὴ «Διαγώνιο» τοῦ Χριστιανόπουλου δὲν ἦταν τυχαία: ὑπῆρξε βαθιὰ ἐκδοτικὴ μαθητεία, ποὺ τὸν προίκισε μὲ ἐκεῖνο τὸ ξεχωριστὸ αἰσθητήριο τοῦ λιτοῦ, τοῦ χαμηλόφωνου, τοῦ πραγματικὰ ἐκφραστικοῦ. Καὶ τώρα, μὲ τὶς ἐκδόσεις «Μπιλιέτο», ὁ ἴδιος ὁ Δημητράκος παίρνει στὰ χέρια του τὴν εὐθύνη τῆς συνέχειας: ὄχι ὡς μίμηση, ἀλλὰ ὡς ἀνανέωση.

Ἡ συλλογὴ «Γιὰ Ἕνα Πόδι στὸ Μάγουλό μου», ποὺ μοῦ ἐδωρήθη στὴν ἔκθεση τοῦ Πεδίου τοῦ Ἄρεως, ἀποτελεῖ τρανταχτὸ παράδειγμα τῆς ποιητικῆς του δύναμης. Ἐκεῖ, ὁ ἐξομολογητικὸς τόνος ἀγγίζει τὸ ὑπαρξιακὸ καὶ θεολογικὸ βάθος —καθὼς ἡ ποίησή του δὲν διστάζει νὰ στραφεῖ καὶ πρὸς τὸ Ἅγιον Ὅρος, νὰ μετατρέψει τὸν πόθο σὲ μετάνοια, τὴ μνήμη σὲ πράξη ἀναζήτησης. Ὅλα αὐτά, δίχως νὰ πέφτει σὲ στόμφο ἢ ψευτοκατανυκτικότητα.

Ὁ Δημητράκος δὲν γράφει ἁπλῶς ποιήματα· γράφει ἕναν ἐσωτερικό, συνεχῆ μονόλογο —μιὰ πνευματικὴ μαρτυρία. Τὸ «ἐγὼ» τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου δὲν εἶναι αὐτάρεσκο. Εἶναι ἐκτεθειμένο, σπαραγμένο, ἀνθρώπινο. Κι αὐτή του ἡ εἰλικρίνεια εἶναι ποὺ γεννᾶ ἀλήθεια. Γιατί, στὴν ἐποχή μας, ὅπου ὁ καθένας γράφει γιὰ νὰ ὑπάρξει, ὁ Δημητράκος γράφει γιὰ νὰ καταλάβει.

Ἂν ἡ λογοτεχνία ἔχει ἀκόμη χρέος —κι ὄχι μονάχα ρόλο—, τότε τὸ ἔργο του Δημητράκου εἶναι μία ἔμπρακτη ὑπενθύμιση πὼς ὁ ποιητικὸς λόγος δὲν εἶναι διακόσμηση τοῦ πόνου, ἀλλὰ ὁ πυρῆνας τῆς ἔκφρασής του. Καὶ ἡ ἔκδοση «Ποιήματα 1983–2018» δὲν εἶναι ἁπλῶς συγκεντρωτική. Εἶναι μιὰ συμπύκνωση εἰλικρίνειας, μιὰ ἀναμέτρηση μ’ ἕνα σῶμα ποὺ δὲν ζεῖ στὴν ἄρνηση, ἀλλὰ ὑπάρχει μέσα στὴν ἀλήθεια του.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ποίησή του δὲν ἀνήκει μόνο στὸν χῶρο τῆς αἰσθητικῆς: ἀνήκει στὸν χῶρο τῆς συνείδησης.

* * *

«ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΗΣ ΜΟΚΕΤΑΣ»

«Ἔχουν μάτια
καὶ τὰ ἴσια καὶ τὰ στραβὰ κλαριά του,
οἱ ἴδιες ρίζες μέσα ἀπὸ τὸ χῶμα ρουφᾶνε,
τοὺς δίνουν τὴ δύναμη.
Ἄφησε λοιπὸν τὸ δέντρο ἥσυχο νὰ χαρεῖ τὸ κέφι του·
ἄστο μόνο του, νὰ ἀνθίσει νὰ κάνει τὰ δικά του.
Ἔτσι κι ἀλλιῶς, ἐσὺ δὲν νιώθεις –
οὔτε ἀπὸ χῶμα, οὔτε ἀπὸ ρίζα·
– κάνε πέρα
καὶ στὸν καρπό, τὰ λέμε…»

* * *

Συγχαρητήρια!