Ἀπὸ τὸν Χρῆστο Κατσέα — 31.01.2025

* Τὸ παρὸν ἄρθρο δημοσιεύτηκε στὸ ἠλεκτρονικὸ μέσο «Vima365.gr»

Χ. Κ. — Καλησπέρα σας, κύριε Παπαδημητρόπουλε. Σᾶς εὐχαριστῶ θερμὰ ποὺ ἀποδεχθήκατε τὴν πρόσκλησή μας. Ἡ πρώτη μου ἐπαφὴ μὲ τὸ ἔργο σας ὑπῆρξε μέσῳ τῶν μεταφράσεών σας, οἱ ὁποῖες κυκλοφοροῦν ἀπ’ τὶς ἐκδόσεις «Gutenberg»· ἐν συνεχείᾳ, ἦλθα σ’ ἐπαφὴ καὶ μὲ τὶς ἐκδόσεις ποὺ ἐπιμελεῖσθε προσωπικῶς, στὸν δικό σας ἐκδοτικὸ οἶκο. Ὁμολογῶ ὅτι τὰ γραπτὰ σᾶς ἐνέχουν μιὰ αἴσθηση ἡ ὁποία παραπέμπει —ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπετε τὴν ἔκφραση— στὸν «Παπαδιαμαντισμό», ἀποπνέοντας μιὰ ἰδιαίτερη ὑφὴ καὶ λογοτεχνικὴ χροιά…

Θ. Π. — Κἀγὼ εὐχαριστῶ ὑμῖν διὰ τὴν τιμὴν ταύτην.

Χ. Κ. — Σὲ ποιὸ βαθμὸ πιστεύετε ὅτι τὰ ἔργα σας μποροῦν νὰ προκαλέσουν ἀλλαγὲς στὶς βαθύτερες πεποιθήσεις καὶ ἀξίες τῶν ἀναγνωστῶν σας;

Θ. Π. — Κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτῶν τούτων τῶν ἔργων (εἰ αὐτὴ ὑπαρκτή) καὶ τὴν ἄσκησιν τῶν ἀναγνωστῶν ἐπὶ παντὶ ἀξίῳ ἀναγνώσματι.

Χ. Κ. — Ποιά εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη σας, ἡ εὐθύνη ἑνὸς συγγραφέα ἀπέναντι στὴν κοινωνία ποὺ τὸν περιβάλλει;

Θ. Π. — Ἡ αὐτὴ οἱουδήποτε τεχνίτου ἢ τεχνικοῦ· ἡ μὲν μαρτυρία τῆς ἀληθείας ἐν τέχνῃ, ὅτε δύναται ὁ συγγραφεύς, ἡ δὲ ἀνυπόκριτος σιγή, ὅτε αὐτὸς οὐ δύναται.

Χ. Κ. — Μὲ ποιόν τρόπο τὰ ἔργα σας συνδιαλέγονται ἢ ἔρχονται σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὶς ἐπικρατοῦσες πολιτικὲς ἰδεολογίες τῆς ἐποχῆς μας; Ἢ μήπως, προτιμᾶτε ν’ ἀποφεύγετε τέτοιου εἴδους ἀναφορὲς στὸν λόγο σας;

Θ. Π. — Εἰ ἀπέφευγον τοιαύτας ἀναφοράς, οὐκ ἂν ἀπεκρινόμην ὑμῖν ἐν τῷδε γλωσσικῷ ἰδιώματι. Ἅπαν φανερωθήσεται ἐκ τῶν ἑπομένων ἐρωτήσεων.

Χ. Κ. — Πιστεύετε ὅτι ἡ λογοτεχνία μπορεῖ ν’ ἀποτελέσει «ἐργαλεῖο» γιὰ τὴν κοινωνικὴ ἀλλαγὴ ἢ τὴν πολιτικὴ κινητοποίηση;

Θ. Π. — Ναίχι, ὡς πᾶσα ἄλλη ἀξία τέχνη ἀξίως θεραπευομένη —ὡς δὴ ὑποδομὴ τῶν διεργασιῶν. Ἀλλὰ προτιμῶ εὐρυτέρους ὅρους, τῆς «λογιότητος» καὶ τῆς «λογιωσύνης»· ὁ ὅρος «λογοτεχνία» —μετὰ τῆς νῦν σημασίας— στενὸς καὶ νεώτατος ἐν Ἱστορίᾳ τοῦ ἡμετέρου Γένους, μόγις ἀπὸ ΙΘ ́ αἰῶνος.

Χ. Κ. — Πῶς ἰσορροπεῖτε τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφράσετε τὶς προσωπικές σας ἀπόψεις μὲ τὴν ἐπιθυμία νὰ δημιουργήσετε ἔργα ποὺ θά ’χοῦν ἀντίκτυπο σ’ ἕνα εὐρύτερο κοινό;

Θ. Π. — Ἔλεγον ἂν τοῦτο τὸ ἐρώτημα οἱονεὶ «πειρασμικόν», ἐπεὶ ὁ «ἀντίκτυπος» οὐ θηρεύεται, ἀλλ’ ὑφίσταται, ὅτε τὸ τοῦ ποιοῦντος ἐσώτερον τῷ ἐξωτέρῳ συντονίζεται· τὸ δὲ ἐξώτερον ὑπὸ τοῦ ποιοῦντος οὐχ ὁρίζεται, ὅτι τοῦτο ἐστί κοινωνία αὐτεξουσίων ὑποστάσεων. Ὅμως αὐτεξούσιον δεῖ εἶναι καὶ τὸν ποιοῦντα. Ὅθεν ἀποκρινοῦμαι «σχηματικῶς»: Πρᾶξον τοὐρθόν καὶ ὠκεάνειον ῥῖψιν ἐς τέλος./ Καὶ τίς οὖν «ὠκεανός»;/ Ἁλμυρὸν δάκρυ ἐν καρδίᾳ σαυτοῦ.// Πρόσφερε σὺ τἀγαθὸν τῆς ἀγάπης· ποτάμιον ῥεῦμα/ πόντῳ προσάγαγε· ὣς νέφη ζωοῦσι ψυχάς.

Χ. Κ. — Πῶς βλέπετε τὸν ρόλο τῆς λογοτεχνίας στὸν σύγχρονο κόσμο, ὅπου τα μέσα ἐνημέρωσης καὶ οἱ κοινωνικὲς «πλατφόρμες» διαμορφώνουν σὲ μεγάλο βαθμὸ τὶς ἀντιλήψεις μας γιὰ τὸν κόσμο;

Θ. Π. — Λογίζομαι ὅτι νῦν ἔστι μείζων χρεία τοῦ ἀληθοῦς λόγου, ἵν’ ἀνακριθῇ καὶ κατοπτευθῇ συνεχὲς ρεῦμα μιμήσεών τε καὶ ἀπομιμήσεων. Τὰ μεγάλα πρότυπα γλώσσης (Large Language Models), ἃ στατιστικῶς μιμοῦνται τὴν γλωσσικὴν ἐκφοράν νευρωνικοῖς δικτύοις τε καὶ πολυεπεξεργαστικοῖς/πολυνηματικοῖς (multiprocessing/multithreaded) ἀλγορίθμοις ἐπὶ πολυπυρήνων ἐπεξεργαστικῶν μονάδων καὶ συστοιχιῶν (multicore processing units), οὐ δύνανται ἀδοκιμάστως πεῖσαι τὸν ζῶντα καὶ λαλοῦντα καὶ ἱκανὸν γράφοντα μεθ’ ἱστορικῆς μνήμης. Μόνον δι’ ἀξίων ἀναγνωσμάτων καὶ ἰδίας ἀσκήσεώς τε καὶ ἐγρηγόρσεως διαφεύξεταί τις τὴν ἐπικειμένην «ὁμογένωσιν» ἐκ τοιούτων μεθόδων καὶ ἐφαρμογῶν.

Χ. Κ. — Πῶς ἐπιλέγετε τὴ γλῶσσα καὶ τὸ ὕφος ποὺ χρησιμοποιεῖτε γιὰ νὰ μεταδώσετε τὰ μηνύματά σας;

Θ. Π. — Ἑκάστοτε σχέδιον ἔργου προϋποτίθησιν ὕφος καὶ γλωσσικὸν ἰδίωμα. Βεβαίως πορεία τοῦ σχεδίου εἰς ἐντελὲς ἔργον δύναται ἀποκαλύψαι ἕτερα καὶ μεταλλάξαι πολλά. Οὐ πιστεύω ὅτι ἅπαν θεραπεύεται δι’ ἑνὸς καὶ μόνου ὕφους ἢ ἰδιώματος, ἰδὲ λ.χ. πολυειδίαν ἐν «Ἀδιακόπως: Διήγημα». Τὸ σύνολον ὕφος ἁρμόζεται ἐνίοτε ἐξ ἀνομοίων «οἰκείως» ­ ἐπιτρέψατέ μοι τοὐξύμωρον σχῆμα ­­ συμπαρατιθεμένων στοιχείων.

Χ. Κ. — Ποιά εἶναι τὰ ἐρωτήματα ποὺ σᾶς ἀπασχολοῦν ὡς συγγραφέα καὶ πῶς προσπαθεῖτε νὰ τ’ ἀπαντήσετε μὲσ’ ἀπ’ τὸ ἔργο σας;

Θ. Π. — Οὐκ εἰσὶ ταῦτα πάγια, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν πρώτην αὐτῶν διατύπωσιν. Ἔλεγον ἂν ὅτι πᾶν ἔργον ἔχει μοναδικόν τι «κινοῦν» ἐρώτημα.

Χ. Κ. — Ποιὲς λογοτεχνικὲς προσωπικότητες, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, θεωρεῖτε ὅτι ἔχουν ἀσκήσει καθοριστικὴ ἐπιρροὴ στὸ συγγραφικό σας ἔργο;

Θ. Π. — Προκρίνω τὸν ὅρον «γραμματειακὸν σῶμα»: Ὅμηρος, Σόλων, Αἰσχύλος, Σοφοκλῆς, Βεργίλιος, Παλαιά τε καὶ Καινὴ Διαθήκη, Ἅγιος Διονύσιος ὀ Ἀρεοπαγίτης, Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, Ἅγιος Συμεὼν ὀ Νέος Θεολόγος, Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καὶ Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς, Βουδδιστικαὶ Γραφαὶ ἐκ Πάλι, Νικόλαος Μακκιαβέλλι, Ἑρρῖκος Ἴψεν.

Χ. Κ. — Ὑπάρχουν συγκεκριμένες λογοτεχνικὲς ἀναζητήσεις ἢ ἐμμονὲς ποὺ καθορίζουν τὶς ἐπιλογές σας ὡς συγγραφέα; Γιὰ παράδειγμα, ἡ ἐνασχόλησή σας μὲ τὸ ἔργο τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν ἀποτελεῖ μιὰ τέτοια ἐμμονή;

Θ. Π. — Οὐ καλὸν αἱ ἐμμοναί, ἀλλὰ γόνιμον τὸ ἐφετόν τῆς ἀξίας. Ἡ ἐπὶ τοῦ ἰψενικοῦ σώματος μεταφραστική τε καὶ σχολιαστικὴ ἐργασία ἤρξατο τοῦ ἔργου ἀνατεθέντος καί, μετὰ τὴν διακοπὴν περαιτέρω συνεργασίας Δαρδανῷ ἐν 2015, προάγεται πλέον πρωτοβούλως ἐν ταῖς ἐμαῖς ἐκδόσεσιν. Ἐξεδόθησαν πρῶτον ἓξ ἔργα τοῦ Ἴψεν, καὶ πλέον ἐν ἐμῷ οἴκῳ ῎ἄλλα δυοκαίδεκα, ἀνὰ μέσον ὧντινων πολλὰ ἕως τῆς ἐκδόσεως ταύτης ἀμετάφραστα εἰς Ἑλληνικήν. Τὸ ἀναγνωστικὸν καὶ φιλοθεάμον κοινὸν οὐκέτι γινώσκει σημαντικὰς ὄψεις τοῦ ἰψενικοῦ ἔργου ἢ γινώσκει αὐτὰς παραθεωρηθείσας. Ἔργα ἐξέχοντός τινος συγγραφέως φαίνονται καὶ αἰτίαι (ἢ ἀφορμαί) διὰ μάλιστα «ἰδιοσυγκρασιακὸν» σχολιασμόν, ὡς ὁ «Brand/Κεκαυμένος» τοῦ Ἴψεν, ἐν ᾧ ἀνεγνώρισα ἀναστάσιμον μήνυμα, διὸ καὶ ἐσχολίασα τὸ δρᾶμα ἁγιογραφικῶς τε καὶ πατερικῶς.

Χ. Κ. — Ἡ «κλασικὴ» παιδεία, ὡς διαρκὴς ἀναζήτηση τῶν νοημάτων ποὺ κρύβονται πίσω ἀπ’ τὰ λόγια, ἀποτελεῖ μιὰ διὰ βίου διαδικασία αὐτογνωσίας καὶ αὐτοπραγμάτωσης, προσφέροντας τὰ ἐφόδια γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀνάπτυξη. Σὲ ποιό βαθμὸ ἡ «κλασικὴ» παιδεία, μὲ τὴν ἔμφασή της στὴν «Ἀριστοτελικὴ εὐδαιμονία», μπορεῖ ν’ ἀποτελέσει ἕνα ἀντίδοτο στὶς παθογένειες τῆς σύγχρονης κοινωνίας, ὅπως ἡ ἀτομικότητα, ὁ ὑλισμὸς κ’ ἡ ἀποξένωση;

Θ. Π. — Τόδε ἐρώτημα ὅλως σχετικὸν τοῦ ἕκτου: τὰ ἐκεῖ «ἄξια ἀναγνώσματά» εἰσι τὰ ἐνταῦθα ἀναφερόμενα συμπεριληπτικῶς ὡς «κλασικὴ παιδεία». Ἀλλὰ τί ἐστι «κλασικός»… Εἰμὶ καὶ *κλασικὸς* φιλόλογος· τί ἐδιδάχθην ἐν προγράμματι σπουδῶν (ἐκτὸς τῶν γενικῶν μαθημάτων «κορμοῦ»);: Ἕως Β΄Σοφιστικῆς (Μένανδρος, Αἴλιος Ἀριστείδης, Μάξιμος ὁ Τύριος κ.λ.) καὶ δὴ ταύτης ἀπεψιλωμένης, ἵνα μὴ λεχθῇ ἐκτενές τι περὶ χριστιανῶν συγγραφέων. Λέγομεν «κλασικοὺς τῆς λογοτεχνίας» ποιητὰς μετὰ ΙΖ΄ αἰῶνα καὶ ἀγνοοῦμεν ἑτέρους μείζονες πρὸ πτώσεως Κωνσταντινουπόλεως. «Κλασικὴ παιδεία» ἐστὶ δυτικὸς κανὼν ἀλλοτρίων κριτηρίων πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἀλλογενῶν κατὰ τὴν εἴσοδον αὐτῶν εἰς σοφίαν τοῦ ἡμετέρου Γένους. Νοεῖτε τὸ μέγα ζήτημα καὶ τὸ ἄτοπον τῆς προσεγγίσεως ἐν ἐντοπίοις; Ποία «ἀριστοτελικὴ εὐδαιμονία» παρούσης τοιαύτης στρεβλώσεως; Τί τὸ ἀριστοτελικῶς σύμμετρον; Ὅταν εὕρωμεν ἴδιον βηματισμὸν ἐν τοιούτοις, πολλὰ τῆς νεωτέρας συνθήκης διορθωθήσονται.

Χ. Κ. — Ἡ γλῶσσα εἶναι ἕνα ζωντανὸ «ὄν», ποὺ ἐξελίσσεται καὶ μεταμορφώνεται διαρκῶς. Ὡστόσο, ὑπάρχουν γλῶσσες ποὺ φαίνεται νὰ ἔχουν «παγώσει» στὸν χρόνο, διατηρῶντας ἀναλλοίωτη τὴ δομὴ καὶ τὸ λεξιλόγιό τους. Ἡ Ἀρχαία Ἑλληνικὴ ἀποτελεῖ ἕνα τέτοιο παράδειγμα; Μπορεῖ μιὰ γλῶσσα νὰ θεωρηθεῖ «νεκρὴ» ὅταν τὰ κείμενά της συνεχίζουν νὰ μελετῶνται καὶ νὰ ἐμπνέουν, ὅταν οἱ λέξεις της ἔχουν διαχυθεῖ σ’ ἄλλες γλῶσσες καὶ ὅταν ἡ σκέψη της ἐξακολουθεῖ νὰ διαμορφώνει τὸν κόσμο μας;

Θ. Π. — Ἀνεπιγνώστως ἢ ἐπιτηδείως συγχέονται συχνάκις ἡ «γλῶσσα» καὶ ὁ «λόγος» καὶ δὴ ὁ γραπτός. Ἡ μὲν γλῶσσα ὡς κύριον φαινόμενον τῶν ἀνθρωπείων μελετᾶται ὑπὸ γλωσσολόγων· ἐν τούτῳ τῷ πεδίῳ ἐρεύνης κατέχει πρωτοκαθεδρίαν τὸ φωνολογικόν/φωνηματικὸν ζήτημα, ὃ καταλήγει καὶ εἴς τε μορφοσυντακτικὸν καὶ ὑφολογικὸν καὶ κοινωνιολογικόν. Ὅμως ὁ γραπτὸς λόγος ὡς κύριον φαινόμενον τῶν ἀνθρωπείων μελετᾶται ὑπὸ φιλολόγων/γραμματολόγων· ἐν τούτῳ τῷ πεδίῳ ἐρεύνης κατέχει πρωτοκαθεδρίαν ἡ μνημειακὴ διάστασις τοῦ λόγου.

Γλωσσολογικῶς ἡ «Ἀρχαία Ἑλληνική» ἐστιν «ἀρχαία» καὶ «νεκρά», ἐπεὶ ὁ νῦν φυσικὸς ὁμιλητὴς οὐχ ὁμιλεῖ ἐκ μητρὸς κατὰ κανόνας Ἀρχαίας, ἀλλὰ κατορθοῖ τοῦτο διὰ παιδείας· φιλολογικῶς καὶ ἱστορικῶς ἐν τῷ ἡμετέρῳ Γένει ἡ «Ἀρχαία Ἑλληνικὴ» δύναται τοὐναντίον εἶναι ὅλως νέα! Εὐγένιος Βούλγαρις (ΙΗ΄ ­Θ΄ αἰών) ἐκδίδωσιν ἅπαντα Ἰωσὴφ Βρυεννίου (ΙΔ΄­Ε΄ αἰών), καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ἐκδότου ἀττικίζει πλέον τοῦ ἐκδιδομένου θεολογικοῦ κειμένου· μορφοσυντακτικῶς μὲν ἡ εἰσαγωγή ἐστιν «Ἀρχαία Ἑλληνική», ἱστορικῶς τε καὶ νοηματικῶς δὲ «Νεωτέρα Ἑλληνική». Ἕτερον παράδειγμα τοῦ αὐτοῦ λογίου: ἡ ἀπόδοσις τῶν λατινικῶν δακτυλικῶν ἑξαμέτρων ἐκ βεργιλιανῆς «Αἰνιάδος» εἰς ὁμηρίζοντας δακτυλικοὺς ἑξαμέτρους. «Τἀντιπαραδείγματα» πάμπολλα.

Τὸ πρᾶγμα φανεροῦται σαφέστατον τῷ ἀναγινώσκοντι τὴν Γραμματείαν τοῦ Γένους· ὁ οὐκ ἀναγινώσκων σταθμεύει ἐπὶ ἔξωθεν σχημάτων καὶ διατυπώσεων. Τὰ περὶ νεκρῶν γλωσσῶν ἐφαρμόζονται σχετικῶς «ἀνωδύνως» ἐπὶ δυτικῶν γραμματειῶν, ἀλλ’ ἡ ἡμετέρα Παράδοσις οὐκ ἔστι δυτικὴ καὶ ἐκτείνεται εἰς χιλιετίας πρὸ πρώτης καταγραφῆς φθόγγου τινὸς ἐν Ἑσπερίᾳ μετὰ πτῶσιν δυτικοῦ μέρους ἐκ Ῥωμανίας ­τοῦ «imperii Romanorum».

Χ. Κ. — Σὲ προηγούμενη ἐπικοινωνία μας, εἴχατε κληθεῖ νὰ ἐκφράσετε τὴν ἄποψή σας σχετικὰ μὲ τὴ σημασία τῆς ἐτυμολογικῆς ὀρθότητας στὴν ὀρθογραφία —μ’ ἀφορμὴ τὸ ἐκδοθὲν θεατρικὸ ἔργο: «Ἕνὰ μυστήριο ρομπότ: Μία καὶ παιδικὴ ἱστορία», τῆς Ἄννας Ραφαηλίδου—, ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν σύγχρονων ἐκπαιδευτικῶν πολιτικῶν καὶ τάσεων στὴ διδασκαλία τῆς γλώσσας. Ποιά εἶν’ ἡ θέση σας;

Θ. Π. — Κρίνω τὴν ἐτυμολογικὴν διδασκαλίαν τῆς γλώσσης ἐξόχως ἀποτελεσματικὴν καὶ ψυχαγωγικωτάτην, εἰ ὁ διδάσκων πληροῖ τὰς προϋποθέσεις (οὐκ ἔστιν ἡ προπαρασκευὴ ἔργον ἐκ τοῦ παραχρῆμα). Ἱστορικὴ ὀρθογραφία τῆς Ἑλληνικῆς (τόνοι, πνεύματα, ὑπογεγραμμέναι κ.ο.κ.) βοηθεῖ προτρέπουσα εἰς ἀνάγνωσιν παλαιοτέρων κειμένων ἐκ πρωτοτύπου ἄνευ μεταγραφῆς εἰς καθωμιλημένην, δῆλα δὴ ἄνευ μεθερμηνείας. Ὀρθογραφία ἐστὶν ἄγρυπνος γλωσσικὴ ἄσκησις, εἰ αὕτη ἐφαρμόζεται ἐν ἐπιγνώσει. Δυστυχῶς ἐταυτίσθη ἀνοικείως ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία τὸ γλωσσικὸν ἰδίωμα καί, ὅτε βλέπει νεώτερός τις ταύτην, λογίζεται αὐτὸς τὸ κείμενον ἀνῆκον εἰς καθαρεύουσαν ἢ ἐν γένει λογίαν, καίπερ δημιουργίαι τῆς δημώδους καθίστανται «διαφανέστεραι» ἱστορικῶς ὀρθογραφούμεναι (παράβαλε, διὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, ἐκδόσει δημωδῶν ᾀσμάτων ὑπὸ Νικολάου Πολίτου μονοτονισθεῖσάν τινα). Διὸ καὶ ἐξεδόθη τὸ καὶ παιδικὸν ἔργον τῆς Ἄννης Ῥαφαηλίδου ἐν ἱστορικῇ ὀρθογραφίᾳ, ἐν ᾧ ὁ λόγος ἐν αὐτῷ ἐστι τῆς καθωμιλημένης καὶ ἀμεσώτατος διὰ παῖδάς τε καὶ ἐφήβους.

Χ. Κ. — Ἡ διδασκαλία τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος, ἐκτὸς ἀπ’ τὶς γλωσσολογικές της διαστάσεις, ἀγγίζει καὶ ζητήματα ταυτότητας, πολιτισμικῆς κληρονομιᾶς καὶ ἐκπαιδευτικῆς πολιτικῆς. Συνεπῶς, πιστεύετε ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος θὰ μποροῦσε νὰ συνεισφέρει στὴν καλλιέργεια τῆς κριτικῆς σκέψης καὶ τῆς γλωσσικῆς συνείδησης τῶν νέων γενεῶν;

Θ. Π. — Σαφῶς, σαφῶς, σαφέστατα. Οὐκ ἔστι χρεία προσθήκης τῷ ὑμετέρῳ λόγῳ· προηγούμεναι ἐρώτησεις προπαρεσκεύασαν τὸ σαφές.

Χ. Κ. — Ἡ Ἀνάγνωση εἶναι Δικαίωμα ἢ Ὑποχρέωση πρὸς τὸν Ἑαυτό μας;

Θ. Π. — Ἄνθρωπον δεῖ ὑπερβῆναι τὴν αὐτοῦ ὑπαρκτικὴν συνθήκην. Ἅπαν ἀνατατικὸν καὶ ἐπιστρέφον αὐτὸν εἰς Ποιητὴν αὐτοῦ, ὅρος ὑπάρξεώς ἔστι· τὰ δὲ ἐπαρκῆ ἀναγνώσματα διευρύνουσι τὰς γνώσεις καὶ ἐμβαθύνουσι τὴν ἀντίληψιν. Ἱστορικὴ ἐμπειρία δείκνυσι ταῦτα· διὸ καὶ ἀνάγνωσίς ἔστι θεμελιωδέστερόν τι δικαιώματος ἢ ὑποχρεώσεως: αὕτη ἔστι τὸ πλησιέστερον τῇ ἀναγκαίᾳ συνθήκῃ ὑπ’ ἀνθρώπων συσταθέν.

Χ. Κ. — Ποιός εἶναι ὁ ἰδανικὸς μεταφραστής; Αὐτὸς ποὺ ἀναπαράγει τὸ πρωτότυπο κείμενο μὲ ἀπόλυτο ρεαλισμό —ἔστω κι ἂν τὸ περιεχόμενό του καθίσταται αἰνιγματικὸ γιὰ τὴν πλειονότητα τῶν ἀναγνωστῶν— ἢ μήπως ἡ ἐπιδεξιότητά του ἔγκειται στὴ δημιουργικὴ ἀναπροσαρμογὴ τοῦ κειμένου, ὥστε νὰ ἀποκτήσει νοηματικὴ καὶ πολιτισμικὴ εὐρυθμία στὴ γλῶσσα-στόχο;

Θ. Π. — Ἐπιτρέψατέ μοι εἰπεῖν ἐκ προσωπικῆς ἐμπειρίας πρῶτον ἐν ἰψενικοῖς ἔργοις: μετέφρασα τὸν «Ὄλαφ Λίλιεκρανς» εἰς σχεδὸν σολωμικοὺς δεκαπεντασυλλάβους, ὅτι οὕτω προυτάσσετο δημῶδες ἀρχικῆς συνθέσεως· τὸν «Brand/Κεκαυμένον» εἰς ἁγιογραφικὸν ἰδίωμα, ὅτι ἐνετάσσοντο μὲν σχεδὸν ἀδιασκεύαστα τὰ ἐδάφια Παλαίας τε καὶ Καινῆς Διαθήκης, ἃ στηρίζουσι μέγα μέρος τῶν πρωτοτύπων στίχων, προλογίζεται δὲ ἀπὸ αὐτῆς ταύτης τῆς μεταφράσεως ὁ ἐμβόλιμος πατερικὸς σχολιασμός· ἡ «Νόρμα» εἰς καθαρεύουσαν, ἵνα ἐξαρθῇ τὸ παρῳδιακὸν τοῦ πρωτοτύπου· «Οἱ μνηστῆρες τοῦ θρόνου» εἰς μικτὸν ἰδίωμα, ἵν’ ἀποδοθῇ ἀμεσώτερον ἡ μεσαιωνικὴ πλοκή.

Μεταφραστὴς οὐ μεταφράζει ἀπὸ γλώσσης εἰς γλῶσσαν μόνον, ἀλλ’ ἀπὸ παραδόσεώς τινος εἰς ἑτέραν παράδοσιν. Ἕτερον: ὁ «Οἰδίπους Τύραννος» μετεγράφη κατ’ ἀντιστοιχίαν στίχων πρωτοτύπου· ἀνεσύρθησαν πολλὰ ἐκ πρωτοτύπου εἰς μεταγραφήν (λέξεις, τρόποι κ.ο.κ.), εἰσήχθησαν δὲ ἕως καὶ νέων ἐντατικῶν μέτρων, ἵν’ ἀνασυντεθῶσι τὰ συνθετώτατα ῥυθμικὰ σχήματα τῶν χορικῶν· τοῦτο κατωρθώθη, ὅτι ἡ γλῶσσα μία καὶ ἑνιαία —ἡ Ἐλληνική, διὸ καὶ ἐπιγράφεται τὸ πόνημα «μεταγραφὴ» κοὐχὶ «μετάφρασις». Συμπέρασμα: ὁ τεχνίτης/τεχνικὸς ἐπιχειρεῖ ἐκ τοῦ παραλλήλου ἰσόρροπον κρᾶσιν τῶν ἀντιρρόπων δυνάμεων: τοῦ αἰτήματος δι’ ἀντιστοιχίαν καὶ τοῦ τῆς μετακενώσεως/ἐπανεγχύσεως.

Χ. Κ. — Τὰ πατερικὰ κείμενα ἀποτελοῦν ἕνα ἀνεκτίμητο σῶμα πνευματικῆς καὶ θεολογικῆς σοφίας, τὰ ὁποῖα διαμορφώνουν τὶς βάσεις τῆς χριστιανικῆς σκέψης καὶ παράδοσης. Γραμμένα κυρίως ἀπ’ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, συνδυάζουν θεολογικὸ βάθος, φιλοσοφικὸ στοχασμὸ καὶ ποιητικὴ ἐκφραστικότητα. Ποιά εἶναι ἡ δική σας θεώρηση; Τὰ ἀντιλαμβάνεστε ὡς θεολογικὰ καὶ φιλοσοφικὰ «μνημεῖα» ποὺ ἐνσαρκώνουν τὸ πνευματικὸ βάθος μιᾶς ὁλόκληρης ἐποχῆς, ἢ ὡς σύνθετες λογοτεχνικὲς δημιουργίες ποὺ συγκεράζουν τὴν ἑλληνιστικὴ σκέψη, τὴ βιβλικὴ παράδοση καὶ τὴ μοναστικὴ ἐμπειρία;

Θ. Π. — Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας οὐκ εἰσὶ φιλόσοφοι, καίτοι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἐγίνωσκον βαθύτερον τὰ φιλοσοφικὰ ἢ πολλοὶ νῦν φιλοσοφοῦντες. Ὁ Λόγος τῆς Ἀποκαλύψεως —τοῦτ’ ἔστιν ὁ Θεὸς Λόγος, ὁ ἀπὸ Παλαιᾶς ἕως Καινῆς Διαθήκης καὶ μετὰ Πεντηκοστὴν ἀποκαλυπτόμενος Χαρακτὴρ τοῦ Πατρὸς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὁ ἀπερίγραπτος καὶ ἀχώρητος, καίτοι ἐνανθρωπήσας— οὐ δύναται περιγραφῆναι ὑπὸ φιλοσόφων —τοῦτο τὸ πρῶτον καὶ μέγα μάθημα τῶν Πατέρων· διὸ καὶ θεμέλιον ἁπάντων τούτων τῶν συγγραμμάτων ὁ φόβος Θεοῦ, ὁ φέρων καὶ πίστιν.

Λέγουσι περὶ Σολωμοῦ, περὶ Κάλβου, περὶ Ἐλύτη, περὶ Καβάφη, περί,.. περί.. —δῆλα δὴ περὶ τῶν μετεπαναστικῶν καὶ δυτικῷ τῷ τρόπῳ. Εἰ καὶ σημαίνοντες, οὗτοί εἰσιν ὑποσημειώσεις ὑποσημειώσεων ἐν ἱστορικῇ ζώσῃ μνήμῃ Γένους. Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ ἐν ΙΘ΄­Κ΄ αἰῶνι λόγιος Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, ὁ συντάκτης τῶν ὕμνων εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον («Ἁγνὴ παρθένε Δέσποινα» κ.λ.), καὶ ὁ σχεδὸν ἀμαθὴς Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης. Ὁ λόγιος Ἅγιος Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος, ὁ πρότερον φαρισαῖος, ἐδίδαξε τὸν Ἅγιον Ἱερομάρτυρα Διονύσιον τὸν Ἀρεοπαγίτην, τὸν ἐκ παιδείας φιλοσοφικώτατον Ἀθηναῖον καὶ Ἕλληνα, τὸν καὶ ἐν Αἰγύπτῳ ἐσπουδακότα. (Ἐπὶ σκοπῷ ἀποκρίνομαι παραδειγματικῶς.) Τὰ τοῦ ἀνελληνίστου ἐν μεταλεξανδρινῇ Αἰγύπτῳ Ἁγίου Ἀντώνιου ἀπροσχημάτιστα ῥηθέντα κατεγράφησαν ἐν Βίῳ αὐτοῦ ὑπὸ ἑλληνομαθεστάτου Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου.

Ἴδετε: τἀπροσχημάτιστα ἔλαβον γλωσσικὴν ἐντέλειαν καὶ οὕτω «ἀπεθανατίσθησαν» ἐν Παραδόσει πνεύματος τοῦ ἡμετέρου ἠμισφαιρίου, τῇ τοῦ Ἕλληνος λόγου. Συνοπτικῶς: οἱ Πατέρες καὶ οἱ Μητέρες τῆς Ἐκκλησίας εἰσὶν ἡ ἱστορικὴ ζῶσα μνήμη τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ ἕως καὶ σήμερον, ἐπειδὴ καὶ ἐν τῷ καιρῷ ἡμῶν γράφουσι Πατέρες καὶ Μητέρες καὶ τοῦτο ἀνακαλυφθήσεται ὕστερον μετὰ δοκιμὴν καὶ ἀποδοχὴν ἐν Ὀρθοδοξίᾳ. Ὁ δὲ θεολογικὸς ὁρίζων οὐκ ἀναιρεῖ τὴν συχνάκις ἀξίαν τῆς συνθέσεως· τοὐναντίον ἡ σύνθεσις θεραπεύει τὸ τῶν νοημάτων ὑψιπετές. Ὁ ἀναζητῶν ἀποκλειστικῶς τὰ τῆς συνθέσεως ἐν τοιούτοις κειμένοις ὁμοιάζει τῷ χρυσοθήρᾳ τῷ ἐν Πακτωλῷ ποταμῷ Ἀρχαιότητος εὑρίσκοντι μόνον ἀμμολίθους. Ἀντιστρόφως ἄνευ ἐννοήσεως τῶν τῆς συνθέσεως μένει ἀπροσπέλαστον τὸ περιεχόμενον.

Χ. Κ. — Πιστεύετε ὅτι ἡ πυκνότητα καὶ ἡ μεταφυσικὴ διάσταση τῆς γλώσσας ἀποτελοῦν ἐμπόδιο ἢ κίνητρο γιὰ βαθύτερη ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση; Θεωρεῖτε πὼς ὁ σύγχρονος ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ ἀντλήσει ὑπαρξιακὲς ἀλήθειες καὶ διαχρονικὲς διδασκαλίες ἀπ’ τα κείμενα, ἢ αὐτὰ παραμένουν ἐγκλωβισμένα στὸ ἱστορικὸ καὶ πολιτισμικό τους «πλαίσιο»;

Θ. Π. — Οὐδὲν δύναται ὁ λῃστευθεὶς κοὐκ ἔχων πνευματικὴν ἐπίγνωσιν —οὐδέν. Τοιοῦτος ἀναγνώσεται τὰ πλέον βαθέα καὶ νοήσει τὰ τῆς ἐπιφανείας, κἂν νοήσῃ καὐτὰ ταῦτα. Δεῖ πρῶτον τὸν ἄνθρωπον ὁμολογῆσαι ὅτι οὐκ ἔστι πηγὴ τῆς αὐτοῦ ὑπάρξεως· δεῖ τὸν ἄνθρωπον ἔπειτα καταβῆναι εἰς λάκκον θανάτου κἀκεῖσε ἰδεῖν τὰ ἐπίχειρα τοῦ θανάτου· καὶ τότε ἅπαντα λημφθήσονται τὸ οἰκεῖον βάθος. Γλῶσσα ἔχει τὴν αὐτὴν μεταφυσικὴν διάστασιν σφυρίου ἢ δρεπανίου ἢ ἀρότρου· λόγος ἐνίοτε ψαύει τὰς ἀκρωρείας ἑτέρων ἐν πολλοῖς ἀρρήτων, καὶ οὗτος προϋποτίθησιν ἔκτασιν καὶ ἀνασύνθεσιν τῶν γλωσσικῶν φαινομένων. Περιγράφω ἄρα πορείαν τινὰ ψυχικήν· καὶ τοιαῦται πορεῖαι οὔτε προγινώσκονται οὔτε προορίζονται. Περιγράφω δὴ τὸ ἀντίστροφον τοῦ ἐν ἐρωτήσει διατυπωθέντος: ὁ πρὸ ἀναγνώσεως καὶ ἀσκήσεως πλανᾶται ἐγκλωβισθεὶς ἐν κέλλῃ τοῦ ἀειρόου.

Χ. Κ. — Ἡ σχέση μεταξὺ τοῦ συγγραφέα καὶ τοῦ ἔργου του ὑπῆρξε πάντα ἀντικείμενο ἔντονης φιλοσοφικῆς καὶ ψυχολογικῆς ἀναζήτησης. Ἡ ἀφοσίωση στὸ γράψιμο συχνὰ ἀπαιτεῖ ἀπόλυτη προσήλωση, κάτι ποὺ ἐνδέχεται νὰ ἐπηρεάσει τὴν προσωπικότητα τοῦ δημιουργοῦ. Στὴν ἀναζήτηση αὐτῆς τῆς ἰσχυρῆς σύνδεσης μὲ τὸ ἔργο του, τίθεται τὸ ἐρώτημα κατὰ πόσο ἡ ἀδιάκοπη ἀφιέρωση μπορεῖ νὰ ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα σ’ ἕναν χαρακτῆρα πιὸ περίπλοκο, δύσκολο ἢ καὶ ἰδιόρρυθμο;

Θ. Π. — Ὀρθῶς· τοῦτο γίνεται κατὰ κόρον καὶ ἀνάγεται εἰς νεωτέραν προσωπολατρίαν δημιουργοῦ, τοῦτ’ ἔστιν ἰδιότυπόν τινα εἰδωλολατρίαν. Ἡ ἀπόκρισις τῶν Πατέρων, οὓς ὠνομάσατε, ἁπλῆ ἐστι καίτοι δύσκοπος: ἡ ταπείνωσις, τοῦτ’ ἔστιν ὁ χριστομίμητος καὶ θεοειδὴς βίος. Πολλὰ χριστιανικὰ ἔργα παραδίδονται ἀνωνύμως ἀκραίας ταπεινώσεως ἕνεκα, καὶ πολλοὶ Πατέρες ἀναφέρονται εἰς ἑαυτὸν τρίτῳ ἑνικῷ (ὡς ὁ Παῦλος περὶ ἁρπαγῆς ἕως τρίτου οὐρανοῦ καὶ περὶ ἀρρήτων ῥημάτων) ταπεινώσεως ἕνεκεν. Οὐκέτι ἐρρίζωσε βαθέως ἐν νοΐ τε καὶ καρδίᾳ μου ὅτι γραφέν τι ἴσως ἄξιον ὑπ’ ἐμοῦ οὐκ ἐμόν ἐστι τῷ ὄντι.

Χ. Κ. — Ποιά εἶν’ ἡ σχέση μεταξὺ τῆς τέχνης τοῦ λόγου καὶ τῆς παιδείας, καὶ πῶς ἡ ἐκλέπτυνση τῆς ρητορικῆς ἱκανότητας μπορεῖ νὰ συντελέσει στὴν καλλιέργεια τῆς σκέψης καὶ τοῦ ἤθους τοῦ ἀτόμου;

Θ. Π. — Ἐφ’ ὅσον ἐκλέπτυνσις φέρει διάκρισιν ἐννοιῶν τε καὶ ποιοῦ, γνωστικὸν ὄργανον ἀνάγεται ἀναγκαίως εἰς διεξοδικωτέραν ἢ ἀμεσωτέραν ἐξιχνίασιν προκειμένων κατὰ τὰς προθέσεις τε καὶ τοὺς τρόπους καὶ τἀποτελέσματα. Τὸ «ἦθος» μᾶλλον προηγεῖται: ἐξαίρετοι λόγιοι ἀπειργάσαντο κακὸν ἀντὶ καλοῦ. Διὰ πολλά, ἰδίως τὴν διάνοιαν, ἡ παιδεία καὶ ἡ τέχνη εἰσὶν προφανεῖς ἀναγκαῖαι συνθῆκαι, ἀλλ’ οὐχὶ ἱκαναί.

Χ. Κ. — Ἡ σχέση μεταξὺ τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν καὶ τῆς φιλοσοφίας ὑπῆρξε πάντα πεδίο ἔντονης ἀντιπαράθεσης καὶ συνύπαρξης. Ἡ ἐπιστήμη, μὲ τὴ μεθοδολογία της καὶ τὴ χρήση τῶν μαθηματικῶν, προσφέρει μιὰ διαφορετικὴ προσέγγιση τῆς πραγματικότητας σὲ σχέση μὲ τὶς φιλοσοφικὲς ἀναζητήσεις τῶν προσωκρατικῶν σκέψεων, οἱ ὁποῖες ἐπικεντρώνονται περισσότερο στὸ πνευματικὸ κ’ ὑπαρξιακό. Στὸ πλαίσιο αὐτῆς τῆς ἀντίθεσης, ἡ ἐρώτηση ἀναδύεται: Ποιό εἶναι τὸ βάθος τῆς ἐπίδρασης ποὺ ἔχουν ἀσκήσει ἐπάνω σας τὰ ἐφηρμοσμένα μαθηματικὰ κ’ ἡ φυσική, σὲ σύγκριση —ἢ μᾶλλον σὲ φαινομενικὴ ἀντιπαράθεση— μὲ τὴν προσωκρατικὴ φιλοσοφία καὶ κλασικὴ φιλολογία;

Θ. Π. — Νῆλς Μπόρ, ἐκ τῶν πρωτοπόρων τῆς Κβαντικῆς Θεωρίας καὶ φιλοσοφῶν ἔπειτα περὶ αὐτῆς, προσέδραμε πρὸς προσωκρατικούς, ἵνα διατυπώσῃ τὴν συμπληρωματικότητα κυματικῶν καὶ σωματιδιακῶν ἐκφάνσεων ἐν ἀτομικοῖς καὶ ὑπατομικοῖς φαινομένοις. Δαυῒδ Μπόμ, ἐξ ἴσου πρὸς θεμελίωσιν Κβαντικῆς Θεωρίας, ἔφθασεν ἕως Σιντάττα Γκοττάμα, τοῦ ἱστορικοῦ Βούδδα, τοῦ ἐν πολλοῖς πλησίον τῇ ἡρακλειτείῳ θεωρήσει. Μετ’ ἀνακατατάξεις ἐν ἀρχῇ Κ΄ αἰῶνος συχνάκις θεωρητικοὶ φυσικοί (κοὐχὶ μόνον αὐτοί) ἀνάγονται εἰς προσωκρατικούς. Ὁ Πλάτων δὲ καὶ ὁ Ἀριστοτέλης οὐκ εἰσὶν αἱ ἑρμηνεῖαι αὐτῶν ἐν συγχρόνῳ ἢ μεσαιωνικῇ Δύσει· τοῦτο καθίσταται σαφέστερον ἐν Ἐρεύνῃ.

Ἐν ὑποκριτικῇ τέχνῃ εἶχον πρό μου ἔμμετρα κείμενα· μαθηματικὸς ὢν ἐνενόησα ὅτι οὐ δύναμαι ἀναγνῶναι ταῦτα ὀρθῶς ἄνευ μετρικῆς προπαρασκευῆς· διὸ καὶ ἔμαθον μετρικήν. Ὕστερον ἤθελον ἐν ἐμῇ «Καταβάσει» ποιῆσαι ῥυθμὸν ἀντίστοιχον τῷ ἀρχαίῳ προσῳδιακῷ δακτυλικῷ ἑξαμέτρῳ ἐν νεώτεροις ἐντατικοῖς σχήμασιν. Ὅτε προσεγγίζω συνθέσει ἢ ἐκδόσει ἔργου, ἀναγνωρίζω δομάς τε καὶ συσχετίσεις. Ἅπαντα ταῦτα ἀνάγονται εἰς ἐμὴν μαθηματικὴν προϋπηρεσίαν καὶ ἄσκησιν.

Χ. Κ. — Ἐξακολουθεῖτε νὰ συμμερίζεστε τὴν ἀρχική σας ἀπόφαση γιὰ τὴ μεταφορὰ τῆς ἕδρας τῶν ἐκδόσεών σας στὴν Ἀνθοῦσα, Μεσσηνίας· μία πόλη ἐκτὸς τοῦ ἀστικοῦ κέντρου; Ἔχει μέλλον ἡ προσπάθειά σας;

Θ. Π. — Ἡ «Κατάβασις» οὐκ ἂν ἐγράφετο μακρόθεν Ἀνθούσης, ὡς καὶ τὰ «Φωτολογεῖα» καὶ τὸ «Ἀδιακόπως». Ἤδη ἐκδοθέντα οὐκ ἂν ἐξεδίδοντο κατὰ τὸν τρόπον αὑτῶν μακρόθεν Ἀνθούσης, τοῦ τόπου καταγωγῆς μου, καὶ ἐν ἄστει. Ἀλλὰ περὶ μέλλοντος,.. Κύριος οἶδεν. Ἀναγινώσκω ἢ ἀκούω δημοσιολογοῦντας περὶ τῶν ἐκλογῶν ἐν 2027, καὶ γελῶ διὰ τὸ δῆθεν βέβαιον αὐτοῦ τούτου τοῦ γεγονότος τότε. Τίς ἐστι βέβαιος ἐν καιρῷ ἡμῶν;

Χ. Κ. — Γιατί πιστεύετε ὅτι ἡ Ἀρχαία Ἑλληνικὴ Γραμματεία, αὐτὸς ὁ ἀνεκτίμητος θησαυρὸς τοῦ πνεύματος, ὑφίσταται μιὰ ἀδιάκοπη περιθωριοποίηση καὶ ἀπαξίωση ἀπ’ τὶς πολιτικὲς στρατηγικές, ὅλων τῶν κυβερνήσεων τῶν τελευταίων τριάντα καὶ πλέον ἐτῶν; Ἢ μήπως, συντάσσεσθε μὲ τὴν ἀντίρροπη θέση;

Θ. Π. — Ἐπεὶ οὐ δεῖ τὸν Ῥωμῃὸν ἀναμιμνήσκεσθαι τὰ τοῦ Γένους αὑτοῦ, μάχονται λυσσαλέως τὴν τοῦ Γένους παιδείαν καὶ τὴν καρδίαν αὐτῆς: τὴν γραμματειακὴν παράδοσιν. Ἐν Ἑσπερίᾳ ἕτεροι βαθεῖς ἱστορικοὶ λόγοι ὁδηγοῦσιν εἰς ἀπαξίωσιν Ἀρχαίας Γραμματείας. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω: Οὐκ ἐσμὲν Δύσις κοὐκ ἐξαντλεῖται ἡ παιδεία ἐκ δυτικῆς ταξινομήσεως καὶ δὴ κατ’ ἐπιστημονικὰ πορίσματα προηγουμένων αἰώνων, πλέον ὑπὸ αὐτῶν τῶν δυτικῶν ἐρευνητῶν ἀνατραπέντα. Ἴδετε πῶς πλέον διεθνῶς ἐγχειρίδια «Βυζαντινολογίας» διευκρινίζουσιν ἐν προοιμίοις ὅτι οὐδέποτε ὠνομάζετο «Βυζάντιον» ἡ Ῥωμανία καὶ οἱ Ῥωμαῖοι/Ῥωμῃοὶ «Βυζαντινοί» ­οὐκ ἔστι τοῦτο ὁμολογία πνευματικῆς χρεωκοπίας αἰώνων; Ἡμεῖς ὅμως «ἀκραδάντως» ἐμμένομεν ὅτι διεκτινήσθημεν ἀπὸ περικλείας περικεφαλαίας εἰς κολοκοτρώνειαν, ὡς γράφω ἐν ἐλεγείῳ «Φωτολογείων», τὸ «Ἐνδοπερικεφελαϊκόν» (σελ. κγ΄).

Εἰ δύναταί τις ἀναγινώσκειν πρωτότυπον Ἀττικῶν συγγραφέων καὶ Ὁμηρικήν, δύναται καὶ τὰ ὁμηρίζοντα ἔπη Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τὴν ὁμηρικὴν μεταγραφὴν τοῦ Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου ὑπὸ Νόννου Πανοπολίτου, τοὺς ἀττικίζοντας λόγους Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, τοὺς ἱστοριογράφους καὶ χρονικογράφους πασῶν τῶν ἐποχῶν,.. ἀντιλαμβάνεται ἐκ τῶν πηγῶν τὰ χαλκευθέντα σχήματα ἐν διδασκομένοις ἀπὸ σχολείου ἕως πανεπιστημίων, προκρίνων καὶ ἐπιδιώκων ἕτερα τῶν τῆς καθεστηκυίας τάξεως. Θεμελιῶδές τι: τὸν Ῥωμῃὸν δεῖ τὴν Ἑλληνικὴν ἑνιαίως διδάσκεσθαι ἀφ’ Ὁμήρου ἕως σήμερον· διδακτικαὶ κατατμήσεις θεραπεύουσιν ἀλλότρια. «Κατάβασις» ἐγράφη ὡς ἐμπράγματος ἀναίρεσις τῶν κατατμήσεων.

Χ. Κ. — Σ’ ἕνα ἀπ’ τὰ πρόσφατα ἔργα σας, τό «Ἀδιακόπως» (διήγημα), ποιά συμβολικὴ ἢ ἀλληγορικὴ διάσταση ἐπιχειρεῖτε ν’ ἀναδείξετε μέσα ἀπ’ τὴ διαρκῶς «ἐκρηκτικὴ» ἀκολουθία τῶν γεγονότων καὶ τὴ «μετεκρηκτικὴ» ἀνασύνθεση τοῦ κόσμου ποὺ περιγράφετε;

Θ. Π. — Ἐν ἀσθματικῶς ἔκρηξιν ἀναμενούσῃ ἀφηγήσει, ὡς τυποῦται ἐν στ΄ σελίδι, παραδίδεται τὸ ἀγόμενον καὶ φερόμενον αὐτῶν τούτων τῶν δυναστῶν ὑπ’ ἰδίων πράξεων καὶ ἀποτελεσμάτων αὐτῶν, ἀνεμιστῆρός τινος διαρκῶς περιστρεφομένου, ὃς πρῶτον καταγράφεται ἐνύλως ἐξ ἀνατιναχθέντος ξενοδοχείου τινὸς ἐπὶ Θήρας· καὶ ὁ ἀνεμιστὴρ περιστραφήσεται ἀδιαλείπτως δικαίου ὄντος ἐν κτίσει, ὃς «ἐκ πίστεως ζήσεται», κατὰ τὸ ἁγιογραρικὸν καὶ ἐκ καταληκτικοῦ ποιήματος, γραφέντος ἐν ψευδογλώσσῃ προγραμματισμοῦ μιμουμένῃ τὴν C++ . Ὅδε ἀνεμιστήρ ἐστι συμβολικῶς ἡ προσευχή.

Χ. Κ. — Ποιά εἶν’ ἡ ἐκτίμησή σας γιὰ τὴ σύγχρονη πεζογραφία, μυθιστοριογραφία καὶ ποίηση; Ὑπάρχουν ἔργα ἀξιόλογα καὶ πρωτοποριακά —ἔστω κι ἀνύπαρκτα σὲ συλλογικὸ ἐπίπεδο—, ἢ μήπως τὸ ὅλον φαινόμενο ἔχει ἐξαντληθεῖ στὴ γενιὰ τοῦ ΄30;

Θ. Π. — Οὐ σῶφρον τῷ ἐν στίβῳ κρῖναι τὰ τοῦ στίβου, ὅτι ὁ αὐτὸς κριτέος. Ἀλλ’ ὡς φιλόλογος προγινώσκω πολλῶν τὸν θαυμασμόν, οἳ οἴονται ὅτι τὸ «μετανεωτερικὸν τοπίον» τοῦ Κ΄ αἰῶνος μετὰ τὸν Β΄ ΠΠ ἔσται ὁ «διαιώνιος» ὁδηγός…

Χ. Κ. — Καὶ μία τελευταία —«ἄταχτη»— ἐρώτηση: οἱ κοινωνικὲς κι οἰκονομικὲς ἀναταράξεις τῶν τελευταίων ἐτῶν ἔχουν ἐπηρεάσει σημαντικὰ τὸν ἐκδοτικὸ κλάδο. Μ’ αὐτὸ κατὰ νοῦ, ἐνδιαφερόμαστε νὰ μάθουμε γιὰ τὰ ἑπόμενα βήματα τοῦ ἐκδοτικοῦ σας οἴκου, ὑπὸ τὸ πρίσμα τῶν σύνθετων συνθηκῶν τῆς ἐποχῆς μας. Μήπως, ἐν τέλει, θὰ μᾶς ἐκπλήξετε μὲ πρωτοποριακὲς προτάσεις ποὺ θ’ ἀνατρέψουν τὰ δεδομένα;

Θ. Π. — Καὶ πρῶτον ἐκπλήξω ἑαυτόν;.. Αὐτοσαρκάζομαι. Οὐκ ἔστιν ἄτακτος ἡ ἐρώτησις, ἀλλ’ ἐπικείμεναι ἀναταράξεις ἐν νῦν μεγάλῳ πολέμῳ, ὃς ἐπεκταθήσεται λίαν συντόμως, δείξουσι τὰς τῶν ἐσχάτων ἀναταράξεις σμικρὰς καὶ σχετικῶς εὐκόπους κατὰ τὸν χειρισμόν. Νῦν μελετῶ τὸν βίον τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Σαλοῦ, ὃς ὑπεκρίνετο τὸν ἔξηχον, ἵνα κρύπτῃ τὴν αὑτοῦ ἁγιωσύνην· ὃν οὔτε κύνες ἐδέχοντο πλησίον αὑτῶν τὴν κεφαλὴν κλῖναι.

Χ. Κ. — Σᾶς εὐχαριστῶ, ἐγκάρδια!

* Χρῆστος Κατσέας ἐπὶ τοῦ «Vima365.gr»