Χρῆστος Κατσέας
Ἡ Πολιτικὴ Διαδρομὴ τοῦ Κ. Σημίτη πρὶν τὴν Ἄνοδό του:
Ἐγκατεστημένος στὴν Ἀθήνα καὶ ἀσκῶντας τὸ ἐπαγγελματικὸ λειτούργημα τοῦ δικηγόρου, ὁ Κ. Σημίτης ἀνέλαβε ἡγετικὸ ρόλο τὸ 1965 στὴν ἵδρυση τοῦ Ὁμίλου Πολιτικῆς Ἔρευνας «Ἀλέξανδρος Παπαναστασίου», τὸν ὁποῖο καὶ ὑπηρέτησε ὡς γραμματέας. Ὁ ἐν λόγῳ ὅμιλος εἶχε ὡς κεντρικὸ σκοπὸ τὴν ἐμβάθυνση στὴ μελέτη τῶν κρίσιμων ζητημάτων ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν ἑλληνικὴ οἰκονομία καὶ κοινωνία, ἐνῷ προσανατολιζόταν στὴ διατύπωση καὶ ὑλοποίηση πολιτικῶν προτάσεων γιὰ τὴν ἀναζήτηση λύσεων. Τὸ 1967, ὁ ὅμιλος ὑπῆρξε τὸ «θεμέλιο» γιὰ τὴν ἀναγέννηση τῆς ἀντιδικτατορικῆς ὀργάνωσης «Δημοκρατικὴ Ἄμυνα», ἡ ὁποία, ἑπτὰ χρόνια ἀργότερα, συνέβαλε καθοριστικὰ στὴν ἵδρυση τοῦ ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Κατὰ τὴν περίοδο τῆς δικτατορίας, ὁ Σημίτης, ἀδυνατῶντας νὰ παραμείνει ἐντὸς τῶν συνόρων, κατέφυγε παράνομα στὸ ἐξωτερικό, ἐνῷ παραπέμφθηκε ἐρήμην ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου μὲ κατηγορίες ἀπόπειρας ἐμπρησμοῦ καὶ παραβίασης τοῦ νόμου περὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν. Σὲ ἀντίποινα τῆς φυγῆς του, ἡ σύζυγός του, Δάφνη Σημίτη, ὑπέστη σύλληψη καὶ ὑπήχθη σὲ καθεστὼς ἀπομόνωσης γιὰ δύο μῆνες. Ἀπὸ τὸ 1970, ὁ Κώστας Σημίτης ἐντάχθηκε ἐνεργὰ στὸ Πανελλήνιο Ἀπελευθερωτικὸ Κίνημα (Π.Α.Κ.), καταλαμβάνοντας θέση στὸ Ἐθνικὸ Συμβούλιο τοῦ ὀργανισμοῦ.
Ἀπ’ τὸν «Ἐκσυγχρονισμὸ» στὴ Διαπλοκὴ καὶ τὶς Ἐθνικὲς Ὑποχωρήσεις· πάσης φύσεως.
Μετὰ τὴν κατάρρευση τοῦ δικτατορικοῦ καθεστῶτος τὸ 1974, ὁ Κωνσταντῖνος Σημίτης συγκαταλέγεται στοὺς «θεμελιωτὲς» τοῦ Πανελλήνιου Σοσιαλιστικοῦ Κινήματος (ΠΑ.ΣΟ.Κ.) καὶ ἀναλαμβάνει πλειάδα ὑπουργικῶν καθηκόντων κατὰ τὴν ἀνάληψη τῆς ἐξουσίας ἀπ’ τὴν ἐν λόγῳ πολιτικὴ παράταξη. Ἡ πολιτική του ταυτότητα συνυφάνθηκε μὲ τὴν ἔννοια τοῦ «ἐκσυγχρονισμοῦ», ὁ ὁποῖος λειτούργησε ὡς διανοητικὸ παραπέτασμα γιὰ τὴ βαθμιαία διείσδυση τοῦ νεοφιλελεύθερου δόγματος στὴ θεσμικὴ καὶ κοινωνικὴ ἀρχιτεκτονικὴ τῆς χώρας. Ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ἔννοιας τοῦ «ἀπασχολήσιμου» ὑπῆρξε χαρακτηριστική, ὑποδηλώνοντας τὴν ἐπιταχυνόμενη ἀπορρύθμιση τῶν ἐργασιακῶν σχέσεων καὶ τὴν ἀποδόμηση κάθε προϋπάρχοντος ἐργασιακοῦ κεκτημένου ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς «ἀπελευθέρωσης».
Ἡ ἱστορικὴ ἀποτίμηση τοῦ ρόλου του ἀποκαλύπτει ἕναν πολιτικὸ ποὺ ἐγγράφεται ἀμφιλεγόμενα στὶς διαστρωματώσεις τῆς διαπλοκῆς. Ἀπὸ τὴν ἐνορχήστρωση τοῦ Χρηματιστηρίου καὶ τὶς συνθῆκες διαφθορᾶς ποὺ περιέβαλαν τὴ «Siemens», ἕως τὴ σιωπηρὴ ταφόπλακα στὶς διεκδικήσεις τῶν γερμανικῶν ἀποζημιώσεων, ἡ πολιτική του διαδρομὴ ἀποπνέει εὐνοιοκρατικὴ προσήλωση στὰ συμφέροντα οἰκονομικῶν καὶ φαρμακευτικῶν κολοσσῶν. Οἱ διαρκεῖς ὑποχωρήσεις στὰ ἐθνικὰ ζητήματα προσδίδουν ἐπιπλέον βάρος στὴν εἰκόνα ἑνὸς πολιτικοῦ ἡγέτη ποὺ ἔδρασε κατὰ κύριο λόγο πρὸς ὄφελος ἰσχυρῶν παραγόντων τῆς ἐξουσίας, εἰς βάρος τοῦ εὐρύτερου κοινωνικοῦ ἱστοῦ.
Ἡ Σιωπηρὴ Παράλειψη: Τὸ Κοινὸ Ἀνακοινωθέν της Μαδρίτης (1997) καὶ ἡ Ἐπικοινωνιακὴ Μονομέρεια.
Ἐν τούτοις, ὑφίστανται ζητήματα τὰ ὁποῖα τὰ κυρίαρχα μέσα μαζικῆς ἐπικοινωνίας ἀπέφυγαν ἐπιμελῶς νὰ προσεγγίσουν ἔστω καὶ ἐπιφανειακὰ ἀναφορικὰ μὲ τὴν πρωθυπουργικὴ θητεία τοῦ Κώστα Σημίτη, προσανατολίζοντας τὴ δημόσια συζήτηση ἀποκλειστικὰ στὶς «πολιτικὲς ἐπιτυχίες» τῆς ἔνταξης στὴν Ο.Ν.Ε. καὶ τῆς προσχώρησης τῆς Κύπρου στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση, —«ἀναμφισβήτητα ἀξιόλογες κατακτήσεις»—, παραγνωρίζοντας, ὡστόσο, ζητήματα ὅπως τὸ «Κοινὸ Ἀνακοινωθέν της Μαδρίτης» τοῦ Ἰουλίου 1997.
Τὸ Κοινὸ Ἀνακοινωθέν της Μαδρίτης: Μιὰ Ἑρμηνευτικὴ Διερεύνηση γιὰ τὶς Ἑλληνοτουρκικὲς Ἰσορροπίες.
Τὸ Κοινὸ Ἀνακοινωθέν της Μαδρίτης τοῦ Ἰουλίου 1997 ἀποτελεῖ κομβικὸ ὁρόσημο ἐντὸς τῆς περίπλοκης διαστρωμάτωσης τῶν ἑλληνοτουρκικῶν γεωπολιτικῶν ἀλληλεπιδράσεων, λειτουργῶντας ὡς ταυτόχρονη ἔκφανση ἐξομαλυντικὴς διπλωματικῆς προσδοκίας καὶ ἐφαλτήριο ὑπόγειας ἔντασης. Ἡ συμφωνία διατηρεῖ τὴν ἐνδογενῆ της διχογνωμία, μὲ τὶς ἀπολήξεις της νὰ προσλαμβάνονται ὡς ἀποκαλυπτικὲς ἐκφάνσεις στρατηγικῆς ἀδράνειας.
Ἡ Συμφωνία καὶ οἱ Πολυσήμαντες Ἐπιπτώσεις.
Ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ἀνακοινωθέντος, ἐπιστρατεύοντας τὸ πρόσχημα τῆς ἀποτροπῆς διενέξεων καὶ τῆς ἐγκαθίδρυσης μιᾶς ἐξισορροπητικῆς συνθήκης, ἐγκαινίασε ἕναν κώδικα συμβολισμῶν ποὺ ἀπεδείχθη διφορούμενος. Τὸ περιώνυμο τέταρτο ἄρθρο, προβαίνοντας σὲ πρωτόγνωρη ἀναγνώριση «θεμιτῶν, ζωτικῶν συμφερόντων» τῆς Τουρκίας στὸ Αἰγαῖο, λειτούργησε ὡς ρῆγμα στὶς πάγιες ἑλληνικὲς θέσεις. Ἡ υἱοθέτηση τοῦ ὅρου «legitimate» (θεμιτὰ) ἔναντι τοῦ «legal» (νόμιμα) στὸ ἀγγλικὸ κείμενο διαμόρφωσε ἕνα πλαίσιο ἐπιδεκτικῶν ἑρμηνειῶν ποὺ ἀποδείχθηκαν ἐξαιρετικὰ εὐνοϊκὲς γιὰ τὴν Ἄγκυρα, καθιστῶντας δυνατὴ τὴν αὐθαίρετη ἐπίκλησή τους σὲ διακρατικὲς διαφορές.
Παρομοίως, τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6, ἀναφερόμενα στὴν ἀποφυγὴ μονομερῶν ἐνεργειῶν καὶ στὴν ἀνάγκη εἰρηνικῆς ἐπίλυσης διαφορῶν, ὑπῆρξαν καταλυτικὰ στὴν ἐξίσωση τοῦ ἀδιαπραγμάτευτου ἑλληνικοῦ δικαιώματος γιὰ ἐπέκταση τῶν χωρικῶν ὑδάτων στὰ 12 ναυτικὰ μίλια μὲ τὶς τουρκικὲς ἀναθεωρητικὲς ἐπιδιώξεις. Ἡ ἐν λόγῳ ἐξίσωση, ὑπὸ τὴν ἐπίφαση τῆς ἀμοιβαίας συναίνεσης, διαβρώνει τὴ νομικὴ θεμελίωση τῶν ἑλληνικῶν θέσεων, ἐνδίδοντας στὶς ἀπαιτήσεις συναίνεσης καὶ συνδιαλλαγῆς μὲ τὴν Τουρκία, μιὰ θέση ποὺ ἐκλαμβάνεται ὡς ὑποχώρηση.
Ἡ Τουρκικὴ Ἐπικοινωνιακὴ Ἐπανάχρηση καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Ἀμηχανία.
Ἡ τουρκικὴ ἀντίδραση, μὲ τὴν ἄμεση πρόκληση μαζικῶν παραβιάσεων τοῦ ἑλληνικοῦ ἐναέριου χώρου ἀπὸ στρατιωτικὰ ἀεροσκάφη, ἀπεκάλυψε τὴ μηδενικὴ διάθεση συμμόρφωσης τῆς Ἄγκυρας πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς συμφωνίας. Ἡ στρατηγικὴ τοῦ «κατευνασμοῦ», ἡ ὁποία ὑπαγόρευσε τὴ διπλωματικὴ στάση τῆς κυβέρνησης Σημίτη, ἀπογυμνώθηκε ἀπὸ ἀποτελεσματικότητα, ὁδηγῶντας, ἀντὶ σὲ ἐξομάλυνση, σὲ ἐνίσχυση τοῦ τουρκικοῦ ἀναθεωρητισμοῦ.
Ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι ἡ Ἄγκυρα ἐξακολουθεῖ νὰ ἀναφέρεται στὸ ἀνακοινωθέν, ἐνῷ τὸ ἑλληνικὸ ΥΠ.ΕΞ. ἔχει ἀποστασιοποιηθεῖ πλήρως ἀπὸ τὸ περιεχόμενό του, χαρακτηρίζοντάς το ὡς «μὴ ὑφιστάμενο». Παρὰ τὶς ρητορικὲς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Σημίτη ὅτι ἡ Τουρκία «ἀπέσυρε» τὴν ἀπειλὴ χρήσης βίας (casus belli), οἱ ἐξελίξεις ἀπέδειξαν τὸ ἀντίθετο, καθὼς ἡ τουρκικὴ διπλωματία ἐφάρμοσε τὸ ἀνακοινωθὲν ὡς ἐργαλεῖο νομιμοποίησης τῶν διεκδικήσεών της.
Μιὰ Δυσμενὴς Πολιτικὴ Ἰσορροπία.
Τὸ ἀνακοινωθὲν τῆς Μαδρίτης συνιστᾶ μιὰ περίπτωση ἄνισης διπλωματικῆς διαπραγμάτευσης ποὺ ἔθεσε τὶς ἑλληνικὲς θέσεις σὲ μειονεκτικὴ θέση, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἦταν νομικὰ δεσμευτικό. Ἡ πολιτικὴ ἑτεροβαρότητα τοῦ κειμένου κατέστη προφανής, καθὼς ἡ Ἄγκυρα τὸ ἀξιοποίησε ποικιλοτρόπως, ἐνῷ ἡ ἑλληνικὴ πλευρὰ ὑποχρεώθηκε σὲ στάση ἀμυντικῆς διαχείρισης.
Ἡ συμφωνία της Μαδρίτης ἀναδεικνύει τὴν ἀνάγκη γιὰ διαπραγματεύσεις μὲ σαφεῖς ὅρους, ἀπαλλαγμένους ἀπὸ ἐννοιολογικὲς ἀσάφειες καὶ διπλωματικοὺς συμψηφισμούς. Τὸ φαινόμενο τοῦ «κατευνασμοῦ» ἐπιβεβαιώνει ὅτι κάθε μορφὴ διαλλακτικότητας ποὺ δὲν συνοδεύεται ἀπὸ ἰσχυρὴ ἀποτρεπτικὴ ἱκανότητα ἑρμηνεύεται ὡς ἀδυναμία, ἐνθαρρύνοντας τὶς ἀναθεωρητικὲς βλέψεις τοῦ ἀντιπάλου. Τὰ διδάγματα ἀπὸ τέτοια ἱστορικὰ προηγούμενα ἐπιβάλλει στρατηγικὸ σχεδιασμὸ ποὺ θωρακίζει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἀπὸ διαπραγματευτικὲς διολισθήσεις καὶ ἐγγυᾶται τὴν κυριαρχία τῆς χώρας μὲ σθένος καὶ ἀποφασιστικότητα.
Ὑστερόγραφο:
* [Θουκυδίδης, Ἱστορίαι] – «… τοῦ δὲ πολέμου οἱ καιροὶ οὐ μενετοί…» *