Χρῆστος Κατσέας
Ἡ μεταπολιτευτικὴ πραγματικότητα στὴ Συρία, μετὰ τὴν «αἰφνίδια» κατάρρευση τοῦ καθεστῶτος Ἄσαντ, διαμορφώνεται ὑπὸ συνθῆκες πολυεπίπεδης γεωπολιτικῆς ἀσυμμετρίας καὶ ἐσωτερικῆς ρευστότητας. Ἡ ἐγκαθίδρυση τῆς μεταβατικῆς κυβέρνησης ὑπὸ τὸν Μοχάμεντ ἀλ Μπασίρ, παρὰ τὶς ρητορικὲς διακηρύξεις περὶ σταθερότητας, δικαιοσύνης κ’ εὐημερίας, προβάλλει περισσότερο ὡς ἐπιφανειακὴ συνθήκη νομιμοποίησης παρὰ ὡς ἐνδογενὴς δυναμικὴ πολιτικῆς ἀνασύνταξης.
Ἡ Ἄγκυρα, μεθοδικὰ προσανατολισμένη πρὸς τὴν πραγμάτωση στρατηγικῶν στοχεύσεων, ἐνσαρκώνει μία πολυμερῆ ἐπεκτατικὴ στρατηγική, ποὺ ἐκτείνεται ἀπ’ τὴν ἀποτροπὴ μιᾶς ἐνδεχόμενης κουρδικῆς αὐτονομίας ἕως τὴν ἑδραίωση ἐπιρροῆς σὲ ἀποδιαρθρωμένες ζῶνες ἐξουσίας. Ἡ συγκέντρωση στρατιωτικῶν δυνάμεων καὶ ἡ ἐντατικοποίηση ἐπιχειρησιακῆς δραστηριότητας στὰ βόρεια τῆς Συρίας προοιωνίζονται τὸ ἐνδεχόμενο ἄμεσης στρατιωτικῆς ἐμπλοκῆς, μὲ διττὸ στόχο τὴν ἀποσταθεροποίηση τῶν ὑπὸ κουρδικὴ ἡγεσία S.D.F. καὶ τὴν ἀναδιάταξη τοῦ δημογραφικοῦ χάρτη μέσῳ ἐπαναπατρισμοῦ προσφύγων.
Παράλληλα, ἡ ἰσραηλινὴ γεωστρατηγικὴ κινητικότητα, ἐντὸς τῶν ἐπαρχιῶν Νταράα καὶ Κουνέϊτρα, ἑδράζεται στὴ διασφάλιση ἑνὸς «στρατηγικοῦ βάθους ἀσφαλείας». Ἡ διακηρυγμένη πρόθεση γιὰ διεύρυνση τοῦ ἰσραηλινοῦ ἀποικισμοῦ στὰ κατεχόμενα ὑψίπεδα τοῦ Γκολάν, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὶς στρατιωτικὲς ἐπιχειρήσεις στὴ συριακὴ ἐπικράτεια, ἐνσωματώνουν μία μακροχρόνια στρατηγικὴ ποὺ ἀποβλέπει στὴν ἀνακατανομὴ ἰσχύος πρὸς ὄφελος τῆς Ἱερουσαλήμ.
Ἡ ρωσικὴ στρατηγικὴ ἐπανευθυγράμμιση ἀποκαλύπτει μία σύνθετη διαχείριση ἀπώλειας ἐρεισμάτων. Ἐνῷ ἡ Μόσχα ἀποσύρει τμήματα τῶν δυνάμεών της ἀπὸ κρίσιμες στρατιωτικὲς βάσεις, παραμένει σὲ διπλωματικὴ ἐγρήγορση γιὰ τὴ διατήρηση ἐπιρροῆς μέσῳ ἐπιλεκτικῶν συμφωνιῶν μὲ τὴν προσωρινὴ κυβέρνηση. Ἀντιστοίχως, ἡ Τεχεράνη, ἀντιμετωπίζοντας τὶς οἰκονομικὲς καὶ πολιτικὲς συνέπειες τῆς ἀπώλειας τοῦ συριακοῦ της συμμάχου, ἐπιχειρεῖ μία ἀνασύνταξη στρατηγικῶν, διαπραγματευόμενη τὴν ἐπαναφορὰ τῆς περιφερειακῆς της ἐπιρροῆς μέσῳ νέων συμμαχιῶν καὶ σχεδιασμῶν.
Στὸ ἐνδογενὲς πολιτικὸ πεδίο, οἱ ἀντικαθεστωτικὲς δυνάμεις ὑπό τον Ἀμποῦ Μοχάμεντ ἀλ-Τζολάνι, ἐνῷ ἐπιχειροῦν νὰ ἑδραιώσουν τὴ θέση τους μέσῳ στρατιωτικῆς ἀνασυγκρότησης καὶ διαπραγματευτικῆς διπλωματίας, παραμένουν «βραχυκυκλωμένες» ἀπὸ τὴν ἔλλειψη θεσμικῆς σταθερότητας καὶ τὴν ἀδυναμία δρομολόγησης ἐκλογικῶν διαδικασιῶν. Ἡ ἄρνηση τοῦ Τζολάνι νὰ δεσμευθεῖ σ’ ἕνα χρονοδιάγραμμα μεταρρυθμίσεων ἐπιτείνει τὴ δομικὴ ἀστάθεια καὶ ἀναπαράγει δυναμικὲς σύγκρουσης.
Ἡ διάρρηξη τῆς ἐσωτερικῆς συνοχῆς τῶν S.D.F., μέσῳ ἀποστασιῶν καὶ ἀναδυόμενων τοπικῶν παραγοντισμών, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὶς ἐξωτερικὲς πιέσεις τῆς Ἄγκυρας, καθιστᾶ τὸν στρατηγικό τους σχεδιασμὸ εὐάλωτο. Οἱ ἐσωτερικὲς ρήξεις κ’ ἡ μετακίνηση ὁμάδων πρὸς τὴν H.T.S. ἀποδομοῦν τὴ συνοχὴ τοῦ κουρδικοῦ ἀγῶνα, ἐπιτείνοντας τὴ διασπαστικὴ ροπὴ ἐντὸς τῶν κατεχομένων περιοχῶν.
Στὴ διεθνῆ σκηνή, ἡ Οὐάσινγκτον προβάλλει ὡς ἐγγυητὴς περιφερειακῆς σταθερότητας μέσῳ τῆς στρατιωτικῆς τῆς παρουσίας καὶ τῆς ἐνδεχόμενης ἐπιβολῆς κυρώσεων στὴν Τουρκία. Ἡ ἀνάπτυξη τοῦ ἀεροπλανοφόρου U.S.S. Harry S. Truman κ’ ἡ διεύρυνση τῆς ἀμερικανικῆς στρατιωτικῆς ἐμπλοκῆς καταδεικνύουν τὴν πρόθεση τῆς ἀμερικανικῆς ἡγεσίας νὰ ἐπηρεάσει τὶς γεωπολιτικὲς ἰσορροπίες.
Ἡ Συρία παραμένει δέσμια μιᾶς πολυσύνθετης «διεθνοπολιτικὴς σκακιέρας», ὅπου ἡ σύγκρουση συμφερόντων, ἡ κατακερματισμένη ἐξουσία κ’ ἡ ἀπουσία συνεκτικῆς ἐσωτερικῆς στρατηγικῆς διαμορφώνουν ἕνα περιβάλλον ἀβέβαιο καὶ ἀπρόβλεπτο, καθιστῶντας κάθε πρόβλεψη γιὰ τὸ μέλλον τῆς χώρας ἐξαιρετικὰ ἐπισφαλῆ.