Χρῆστος Κατσέας
Ἡ Χαμάς[1], μὲ τὶς ἐχθροπραξίες της ἐναντίον τοῦ Ἰσραήλ, πυροδότησε ἕνα νέο, ἀκανθῶδες κεφάλαιο στὴν ἀτέρμονη καὶ συχνὰ αὐτοκαταστροφικὴ διχοστασία ἀνάμεσα στὶς δύο πλευρές. Ἡ σύγκρουση Ἰσραηλινῶν καὶ Παλαιστινίων συνιστᾶ μιὰ δαιδαλώδη καὶ πολυσύνθετη ἀντιπαράθεση, ριζωμένη σὲ βαθύτατα ἱστορικὰ καὶ πολιτισμικὰ θεμέλια, ποὺ συνεχίζει νὰ ὑποβάλλει τὴ Μέση Ἀνατολὴ στὴ διαρκῆ ὀδύνη μιᾶς ἀπὸ τὶς πλέον δυσεπίλυτες γεωπολιτικὲς ἀντινομίες τῆς σύγχρονης ἐποχῆς. Οἱ ἐντάσεις στὴν περιοχὴ ἀποτελοῦν σχεδὸν ἀναπόδραστη συνθήκη, ἀντηχῶντας τὴν εὔθραυστη ἰσορροπία μιᾶς διαχρονικὰ ἐκρηκτικῆς πολιτικῆς πραγματικότητας.
Τὰ ξημερώματα τοῦ Σαββάτου, 7 Ὀκτωβρίου 2023, τὸ Ἰσραὴλ ὑπέστη συντονισμένη ἐπίθεση πυραύλων ἀπὸ μαχητές της Χαμάς, οἱ ὁποῖοι διείσδυσαν ἐντὸς τῶν ἰσραηλινῶν ἐδαφῶν διὰ θαλάσσης, ξηρᾶς καὶ ἀέρος. Οἱ ἐπιθέσεις αὐτές, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πρόκληση ἐκτεταμένων ἀπωλειῶν σὲ ἀνθρώπινες ζωές, συνοδεύτηκαν ἀπὸ ἀπαγωγὲς Ἰσραηλινῶν πολιτῶν, γεγονὸς ποὺ ἐνέτεινε τὴν κρίση. Ἡ ἰσραηλινὴ ἀνταπόδοση ὑπῆρξε ἐξαιρετικὰ σφοδρή, μὲ τὶς ἔνοπλες συγκρούσεις νὰ συνεχίζονται ἀμείωτες. Ὁ ἀριθμὸς τῶν θυμάτων ὑπερβαίνει πλέον τῶν 1.500, καθιστῶντας τὸ συγκεκριμένο ἐπεισόδιο τὸ πλέον αἱματηρὸ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Πολέμου τῶν Ἕξι Ἡμερῶν, τὸ 1967. Ἐν τούτοις, ἡ ἔνταση κ’ ἡ βιαιότητα τῶν γεγονότων, ἂν καὶ κλιμακωμένες, δὲν ἀποτελοῦν πρωτόγνωρα φαινόμενα, καθὼς οἱ δύο πλευρὲς ἔχουν ἐπανειλημμένα διολισθήσει σὲ ἀντίστοιχες ἐκρήξεις ἀκραίας ἐχθρότητας.
Ἡ ἱστορικὴ ἀφετηρία τῆς σύγκρουσης ἀνάγεται στὸ τέλος τοῦ 19ου αἰῶνα, ὅταν τὸ σιωνιστικὸ κίνημα, θεμελιωμένο τὸ 1897, ἔθεσε ὡς στόχο τὴ δημιουργία ἑνὸς ἀνεξάρτητου ἑβραϊκοῦ κράτους, τοῦ Ἰσραήλ. Αὐτὸ τὸ κίνημα ὁδήγησε στὴ συστηματικὴ μετανάστευση ἑκατοντάδων χιλιάδων Ἑβραίων στὴν περιοχὴ τῆς Παλαιστίνης (γνωστὴ ὡς «Πρώτη Ἀλιγιά»), μετασχηματίζοντας ριζικὰ τὸ πληθυσμιακὸ «μωσαϊκὸ» τῆς περιοχῆς. Οἱ Βρετανοί, ποὺ ἀνέλαβαν τὴν ἐπικυριαρχία τῆς Παλαιστίνης ὡς προτεκτορᾶτο, προσπάθησαν ἀρχικὰ νὰ περιορίσουν τὴ ροὴ τῶν μεταναστευτικῶν κυμάτων, ὅμως, τὸ 1917, υἱοθέτησαν διαφορετικὴ στάση μέσῳ τῆς Διακήρυξης τοῦ «Μπαλφούρ[2]», ὑποστηρίζοντας τὴν ἵδρυση ἑβραϊκοῦ κράτους, ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν Ἀράβων κατοίκων δὲν θὰ πληγοῦν. Παρὰ τὶς ἐγγυήσεις, ἡ ἑβραϊκὴ μετανάστευση (γνωστὴ κι ὡς Δεύτερη καὶ Τρίτη «Ἀλιγιὰ»: —«ἀνάβαση») αὐξήθηκε δραματικά, συνοδευόμενη ἀπὸ τὴν ἵδρυση πληθώρας ἑβραϊκῶν οἰκισμῶν καὶ πολιτισμικῶν κέντρων στὴν Παλαιστίνη, γεγονὸς ποὺ κλιμάκωσε τὴν ἀραβικὴ δυσαρέσκεια.
Ἡ ἀντίδραση τῶν Ἀράβων στὴν αὐξανόμενη ἑβραϊκὴ μετανάστευση καὶ τὴν προοπτικὴ ἵδρυσης ἑνὸς ἑβραϊκοῦ κράτους ὑπῆρξε ἔντονα ἐχθρική. Ἀντιστάθηκαν σθεναρὰ τόσο ἀπέναντι στοὺς Βρετανούς, ποὺ διοικοῦσαν τὴν περιοχή, ὅσο καὶ στοὺς ἑβραϊκοὺς οἰκισμοὺς ποὺ ἀναπτύσσονταν μὲ ταχεῖς ρυθμούς. Στὰ τέλη τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μὲ τὴ φρίκη τοῦ Ὁλοκαυτώματος ἀκόμα νωπὴ στὴ μνήμη, ἡ «Χαγκανά», μιὰ μυστικὴ ἑβραϊκὴ στρατιωτικὴ ὀργάνωση ποὺ σημαίνει «ἄμυνα», στὰ ἑβραϊκά, ἀνέλαβε δράση. Οἱ ἐπιχειρήσεις της στράφηκαν τόσο κατὰ τῶν Βρετανῶν ὅσο καὶ κατὰ τῶν Ἀράβων, ἐγκαινιάζοντας οὐσιαστικὰ τὸν λεγόμενο «πόλεμο τῆς ἀνεξαρτησίας» τοῦ Ἰσραήλ, μιὰ συντονισμένη προσπάθεια γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τὴ δημιουργία ἑνὸς κυρίαρχου ἑβραϊκοῦ κράτους στὴν περιοχή.
Τὸ 1947, τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἐνέκριναν τὸ Ψήφισμα 181, γνωστὸ ὡς «Σχέδιο Διχοτόμησης», τὸ ὁποῖο πρότεινε τὴ δημιουργία δύο ἀνεξάρτητων κρατῶν στὴν Παλαιστίνη: ἑνὸς ἀραβικοῦ καὶ ἑνὸς ἑβραϊκοῦ. Ἡ Ἱερουσαλὴμ προβλεπόταν νὰ ἀποκτήσει εἰδικὸ διεθνὲς καθεστώς, διαχειριζόμενο ἀπ’ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Τὸ σχέδιο ἀποσκοποῦσε στὴ διευθέτηση τῆς διένεξης μεταξὺ τῶν ἀραβικῶν καὶ ἑβραϊκῶν κοινοτήτων, παρέχοντας ἕναν διεθνῶς ἀποδεκτὸ τρόπο γιὰ τὴν ἀνεξαρτησία καὶ τὴν ἀσφάλεια καὶ τῶν δύο πλευρῶν. Ὡστόσο, τὸ ψήφισμα πυροδότησε νέες ἐντάσεις καὶ συγκρούσεις, καθὼς δὲν ἐφαρμόστηκε ποτὲ πλήρως. Οἱ ἐξελίξεις ὁδήγησαν στὸν Πόλεμο τῆς Παλαιστίνης τὸ 1948, μὲ τὶς ἀντιπαραθέσεις νὰ κλιμακώνονται σὲ ἔνοπλη σύρραξη.
Στὶς 14 Μαΐου 1948, ἱδρύθηκε ἐπισήμως τὸ κράτος τοῦ Ἰσραήλ, γεγονὸς ποὺ πυροδότησε τὸν πρῶτο Ἀραβοϊσραηλινὸ Πόλεμο. Πέντε ἀραβικὰ κράτη: —ἡ Αἴγυπτος, ἡ Ἰορδανία, ἡ Συρία, ὁ Λίβανος καὶ τὸ Ἰράκ—, ἐπενέβησαν στρατιωτικά, μὲ τὴ στήριξη δυνάμεων ἀπὸ τὴν Ὑεμένη καὶ τὴ Σαουδικὴ Ἀραβία. Ὁ πόλεμος ὁλοκληρώθηκε τὸ 1949 μὲ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Ἰσραήλ. Ὡστόσο, περίπου 750.000 Παλαιστίνιοι ἐκδιώχθηκαν ἢ ἀναγκάστηκαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς ἑστίες τους. Ἡ περιοχὴ διαιρέθηκε σὲ τρία κύρια τμήματα: τὸ κράτος τοῦ Ἰσραήλ, τὴ Δυτικὴ Ὄχθη (δυτικὰ τοῦ ποταμοῦ Ἰορδάνη) καὶ τὴ Λωρίδα τῆς Γάζας.
Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀποτέλεσε τὸ σημεῖο ἐκκίνησης μιᾶς σύνθετης, διαρκῶς ἐξελισσόμενης σύγκρουσης, ποὺ καθόρισε τὴ γεωγραφικὴ καὶ πολιτικὴ πραγματικότητα τῆς περιοχῆς. Παράλληλα, ἐνίσχυσε τὴν ἀντιπαλότητα μεταξὺ Ἰσραηλινῶν καὶ Παλαιστινίων, πυροδοτῶντας συνεχεῖς πολέμους καὶ συγκρούσεις, ποὺ συνεχίζονται ἕως σήμερα.
Οἱ ἐντάσεις στὴν περιοχὴ ἐπιδεινώθηκαν αἰσθητὰ κατὰ τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 καὶ τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1970, ἰδιαίτερα στὶς σχέσεις τοῦ Ἰσραὴλ μὲ τὴν Αἴγυπτο, τὴν Ἰορδανία καὶ τὴ Συρία. Αὐτὴ ἡ περίοδος χαρακτηρίστηκε ἀπὸ δύο κρίσιμους πολέμους:
Α΄. Ἡ Κρίση τοῦ Σουὲζ – 1956 :
Ἡ κρίση ξέσπασε ὅταν τὸ Ἰσραήλ, ἡ Γαλλία καὶ τὸ Ἡνωμένο Βασίλειο εἰσέβαλαν στὴν περιοχὴ τοῦ Σουὲζ μὲ στόχο νὰ ἐλέγξουν τὴ Διώρυγα τοῦ Σουὲζ καὶ νὰ ἀποδυναμώσουν τὴν ἐπιρροὴ τοῦ Αἰγύπτιου προέδρου Γκαμὰλ Ἀμπντὲλ Νάσερ. Ἡ διεθνὴς κοινότητα, ὡστόσο, καταδίκασε τὴν ἐπέμβαση, καὶ οἱ ἐμπλεκόμενες δυνάμεις ἀναγκάστηκαν νὰ ἀποσυρθοῦν.
Β΄. Ὁ Πόλεμος τῶν Ἕξι Ἡμερῶν:
Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1967, τὸ Ἰσραὴλ ἐξαπέλυσε προληπτικὴ ἐπίθεση ἐναντίον τῆς Αἰγύπτου, τῆς Ἰορδανίας καὶ τῆς Συρίας, καθὼς οἱ ἐντάσεις εἶχαν φτάσει σὲ ὁριακὸ σημεῖο. Μέσα σὲ ἕξι ἡμέρες, τὸ Ἰσραὴλ κατέκτησε σημαντικὰ ἐδάφη, συμπεριλαμβανομένης τῆς Δυτικῆς Ὄχθης, τῆς Λωρίδας τῆς Γάζας καὶ τῆς ἀνατολικῆς Ἱερουσαλήμ. Αὐτὴ ἡ σύγκρουση εἶχε μακροχρόνιες ἐπιπτώσεις, ἑδραιώνοντας τὴν κυριαρχία τοῦ Ἰσραὴλ στὰ νέα ἐδάφη καὶ κλιμακώνοντας τὶς ἀντιδράσεις στὸν ἀραβικὸ κόσμο.
Ὁ Πόλεμος τοῦ «Γιομ Κιποὺρ»:
Στὶς 6 Ὀκτωβρίου 1973, ἡ Αἴγυπτος καὶ ἡ Συρία ἐξαπέλυσαν συντονισμένη ἐπίθεση ἐναντίον τοῦ Ἰσραὴλ τὴν ἡμέρα τοῦ «Γιομ Κιπούρ», μιᾶς ἀπὸ τὶς πιὸ ἱερὲς ἑβραϊκὲς γιορτές. Οἱ δύο χῶρες στόχευαν νὰ ἀνακτήσουν τὰ ἐδάφη ποὺ εἶχαν χάσει στὸν Πόλεμο τῶν Ἕξι Ἡμερῶν. Ὁ πόλεμος διήρκεσε περίπου τρεῖς ἑβδομάδες, ἀφήνοντας χιλιάδες θύματα. Παρὰ τὴν αἱματηρὴ σύγκρουση, ὁ πόλεμος κατέληξε σὲ κατάπαυση τοῦ πυρὸς τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1974, ἀνοίγοντας τὸν δρόμο γιὰ νέες εἰρηνευτικὲς διαπραγματεύσεις.
Ὁ πόλεμος τοῦ «Γιομ Κιποὺρ» ἐπανέφερε στὸ προσκήνιο τὸ ζήτημα τῶν δικαιωμάτων των Παλαιστινίων καὶ ἐνίσχυσε τὶς διεθνεῖς προσπάθειες γιὰ τὴν ἐξεύρεση μιᾶς διαρκοῦς λύσης στὴ σύγκρουση στὴ Μέση Ἀνατολή.
Ἡ πρώτη Ἰντιφάντα, δηλαδὴ ἡ ἐξέγερση, —ἢ ἡ ἀντίσταση— ξέσπασε τὸ 1987 ὡς ἀπάντηση τῶν Παλαιστινίων στὴν ἰσραηλινὴ κατοχὴ τῆς Δυτικῆς Ὄχθης καὶ τῆς Γάζας. Κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς περιόδου, περίπου 1.500 Παλαιστίνιοι καὶ 400 Ἰσραηλινοὶ ἔχασαν τὴ ζωή τους. Τὴν ἴδια ἐποχή, ὁ Παλαιστίνιος κληρικὸς Σεΐχης Ἀχμὲντ Γιασὶν ἵδρυσε τὴ Χαμάς. Τὸ ὄνομα τῆς ὀργάνωσης, ἀκρωνύμιο τοῦ: «Harakat al-Muqawama al-Islamiya» («Ἰσλαμικὸ Κίνημα Ἀντίστασης»), ἀντανακλᾶ τὶς ἰσλαμικὲς ἀξίες καὶ τὴν πολιτικοστρατιωτικὴ φύση της. Ἡ Χαμὰς ἀποτέλεσε πολιτικὸ βραχίονα τῆς Μουσουλμανικῆς Ἀδελφότητας.
Τὸ 1993, οἱ εἰρηνευτικὲς διαπραγματεύσεις ὁδήγησαν στὴ Συμφωνία του Ὄσλο. Αὐτὴ προέβλεπε τὴ δημιουργία τῆς Παλαιστινιακῆς Ἀρχῆς καὶ τὴν ἐπίσημη ἀναγνώριση τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τὴν «Ὀργάνωση γιὰ τὴν Ἀπελευθέρωση τῆς Παλαιστίνης» (P.L.O.). Ὡστόσο, ἡ συμφωνία δὲν ἔλυσε τὸ πρόβλημα, καὶ οἱ ἐντάσεις κορυφώθηκαν ξανὰ τὸ 2000, μὲ τὴν ἔναρξη τῆς δεύτερης Ἰντιφάντα. Ἡ νέα αὐτὴ ἐξέγερση, ποὺ ξέσπασε μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ἰσραηλινοῦ πρωθυπουργοῦ Ἀριὲλ Σαρὸν στὸ τέμενος ἀλ-Ἄκσα, συνοδεύτηκε ἀπὸ βίαιες συγκρούσεις, ποὺ τροφοδοτήθηκαν ἀπὸ τὴ συνεχιζόμενη κατοχὴ καὶ τὴν ἀπουσία προόδου στὶς εἰρηνευτικὲς διαδικασίες.
Τὸ 2002, τὸ Ἰσραὴλ ἀντέδρασε μὲ τὴν κατασκευὴ τοῦ τείχους γύρω ἀπὸ τὴ Δυτικὴ Ὄχθη, μιὰ ἐνέργεια ποὺ πυροδότησε ἔντονες ἀντιδράσεις, καθὼς τὸ Διεθνὲς Δικαστήριο καὶ τὸ Διεθνὲς Ποινικὸ Δικαστήριο ἐξέφρασαν τὴν ἀντίθεσή τους. Ἡ βία κλιμακώθηκε περαιτέρω τὸ 2014, ὅταν ξέσπασε νέα σύγκρουση ἀνάμεσα στὴ Χαμὰς καὶ τὸν ἰσραηλινὸ στρατό. Ἡ Χαμὰς ἐκτόξευσε χιλιάδες ρουκέτες, ἐνῷ τὸ Ἰσραὴλ ἐξαπέλυσε στρατιωτικὲς ἐπιχειρήσεις μὲ μεγάλο κόστος σὲ ἀνθρώπινες ζωές, ἰδιαίτερα μεταξὺ τῶν ἀμάχων.
Ἡ προσπάθεια ἀναθέρμανσης τῶν εἰρηνευτικῶν συνομιλιῶν τὸ 2013 ἀπὸ τὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες δὲν ἀπέφερε ἀποτελέσματα. Ἡ κατάσταση περιπλέχθηκε τὸ 2014, ὅταν ἡ Φατὰχ[3] σχημάτισε κυβέρνηση ἐθνικῆς ἑνότητας μὲ τὴ Χαμάς, μιὰ ὀργάνωση ποὺ οἱ Ἡνωμένες Πολιτεῖες θεωροῦν τρομοκρατική.
Τὸ 2018, ἡ ἀπόφαση τῆς κυβέρνησης τοῦ Ντόναλντ Τρὰμπ νὰ μεταφέρει τὴν ἀμερικανικὴ πρεσβεία ἀπ’ τὸ Τὲλ Ἀβὶβ στὴν Ἱερουσαλήμ, ἀναγνωρίζοντας τὴν πόλη ὡς πρωτεύουσα τοῦ Ἰσραήλ, προκάλεσε ἔντονες ἀντιδράσεις ἀπὸ τοὺς Παλαιστινίους καὶ εὐρύτερα στὸν ἀραβικὸ κόσμο. Ἡ ἐνέργεια αὐτὴ ἐνίσχυσε τὴν πόλωση στὴν περιοχὴ καὶ ἔβαλε νέα ἐμπόδια στὴν ἐπίτευξη μιᾶς εἰρηνικῆς λύσης.
[1] Ἡ Χαμὰς (ḥamas), πλήρης ὄνομα: «Harakat al-Muqawama al-Islamiyya» (Κίνημα Ἰσλαμικῆς Ἀντίστασης), ἀποτελεῖ ἐθνικιστικὴ καὶ ἰσλαμιστικὴ-σουνιτικὴ ὀργάνωση καὶ πολιτικὸ κόμμα στὸ Κράτος τῆς Παλαιστίνης, ἡ ὁποία διατηρεῖ ἐπίσης παραστρατιωτικὸ σκέλος. Ἱδρύθηκε το 1987, καὶ ὁ νῦν πολιτικὸς ἡγέτης της εἶναι ὁ Γιαχία Σινουάρ. Η ὀργάνωση ἐξασφάλισε τὸν πλήρη ἔλεγχο τῆς Λωρίδας τῆς Γάζας προτοῦ συμβεῖ ἡ εἰσβολὴ τοῦ Ἰσραήλ σὲ αὐτὴν, καὶ σήμερον κατέχει ὁρισμένα μέρη τῆς περιοχῆς, ὅπου παραμένουν ἐλεύθερα, ἀλλὰ ὑπό συνθῆκες σφοδροῦ ἀποκλεισμοῦ.
[2] Ἡ Διακήρυξη Μπάλφουρ, ἡμερομηνίας 2ας Νοεμβρίου 1917, ἀποτελεῖ ἐπίσημη ἐπιστολὴ τοῦ Ἄρθουρ Τζέϊμς Μπάλφουρ, Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν τῆς Βρετανικῆς Αὐτοκρατορίας, πρὸς τὸν Λόρδο Λάϊονελ Οὐόλτερ Ρόθτσιλντ, ὡς πρόσωπο κεντρικῆς σημασίας ἐντὸς τῆς ἑβραϊκῆς κοινότητας τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου καὶ διακεκριμένο μέλος τοῦ σιωνιστικοῦ κινήματος. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ συντάχθηκε μὲ στόχο τὴν δημόσια διακήρυξη καὶ τὴν εὐρύτατη διάδοση τοῦ περιεχομένου της, σκοπὸς ὁ ὁποῖος ἐπιτεύχθηκε μέσῳ τῆς δημοσίευσής της εἰς τὴν ἐφημερίδα The Times τὴν 9η Νοεμβρίου 1917. Δι’ αὐτῆς της ἐπιστολῆς, ἡ βρετανικὴ κυβέρνηση ἐξέφρασε τὴν ἄκρως θετική της θέση ἀναφορικὰ μὲ τὴν δημιουργία ἐθνικῆς ἑστίας διὰ τὸν ἑβραϊκὸν λαὸν ἐντὸς τῶν γεωγραφικῶν περιοχῶν τῆς Παλαιστίνης. Ἡ Διακήρυξη Μπάλφουρ θεωρεῖται κορυφαίας ἱστορικῆς σημασίας γεγονός, τὸ ὁποῖον κατέστη καθοριστικὸς παράγοντας εἰς τὴν διαδικασία ἱδρύσεως τοῦ κράτους τοῦ Ἰσραήλ. Ἡ δέσμευσις ἡ ὁποία λαμβάνει χώραν ἐντὸς τοῦ κειμένου τῆς Διακηρύξεως ἐπηκολούθησε ἐπιβεβαίωσιν κατὰ τὴν Διάσκεψιν Εἰρήνης τοῦ Παρισιοῦ τὸ 1919, καὶ ἐπικυρώθηκε ἐκ νέου κατὰ τὴν Διάσκεψιν τοῦ Σὰν Ρέμο τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1920. Ἡ τελικὴ νομικὴ κατοχύρωσις τῆς δεσμεύσεως αὐτῆς ἐπῆλθε διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῆς Συνθήκης των Σεβρῶν τὸν Αὔγουστον τοῦ 1920.
[3] Ἡ Φατὰχ (γνωστὴ καὶ ὡς Ἀλ-Φατὰχ) συνιστᾶ ἐθνικιστικὴ καὶ σοσιαλδημοκρατικὴ πολιτικὴ ὀργάνωση, ἑδραιωμένη ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ Κράτους τῆς Παλαιστίνης. Ἡ ἵδρυσή της, τοποθετημένη χρονολογικὰ στὸ 1958, ὑπῆρξε καρπὸς πρωτοβουλίας Παλαιστινίων βετεράνων τῶν ἀραβοϊσραηλινὼν ἀναμετρήσεων τῶν ἐτῶν 1948 καὶ 1956. Ἐξέχουσες προσωπικότητες μεταξὺ τῶν ἱδρυτῶν της περιλαμβάνουν τὸν Γιασὲρ Ἀραφάτ, τὸν Ἀμποῦ Ἀλὴ Ἰγιὰντ καὶ τὸν Ἀμποῦ Τζιχάντ, μεταξὺ ἄλλων. Στὴ σύγχρονη πολιτικὴ πραγματικότητα, ἡ Φατὰχ ἀπαρτίζει μιὰ σύνθετη πολιτικὴ συνομοσπονδία ἐκπροσωπούμενη ἀπὸ τὴν Κεντρικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία διαχειρίζεται τὴν ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, καὶ τὸ Ἐπαναστατικὸ Συμβούλιο, τὸ ὁποῖο ἐπιτελεῖ τὶς νομοθετικὲς λειτουργίες. Ἡ κεντρική της ἕδρα βρίσκεται στὴ Ραμάλα. Ἡ Φατὰχ διατηρεῖ καθεστὼς «μέλους παρατηρητῆ» στὴ Σοσιαλιστικὴ Διεθνῆ, ἐνῷ ἐντὸς τῆς Παλαιστινιακῆς Ἐθνικῆς Ἀρχῆς ἀντιπαρατίθεται πολιτικὰ μὲ τὴ Χαμάς, ποὺ ἐκπροσωπεῖ τὴν ἰσλαμιστικὴ ἰδεολογία.