Χρῆστος Κατσέας
Ἐν τούτοις, ἡ δήλωσις τοῦ Τούρκου Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν, ἂν καὶ «ἐχέφρον» ἐκ πρώτης ὄψεως, ἐγείρει πολυσχιδεῖς προβληματισμοὺς ὡς πρὸς τὰ «ἐλατήρια» καὶ τὶς συνέπειές της.
Πράγματι, ἡ ἐπισήμανσις περὶ «ἀναγκαιότητος ἀποφυγῆς τῆς ὑπερπολιτικοποιήσεως» τῶν διεθνῶν διαπραγματεύσεων, ἐὰν ἐξετασθεῖ ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς πρακτικῆς διπλωματίας, δύναται νὰ ὑποδεικνύει ἕναν πραγματιστικὸν τρόπον προσεγγίσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν διεθνῶν θεμάτων. Ἐν τούτοις, ἡ πρότασις ταύτῃ, προερχομένη ἐκ τῆς πλευρᾶς ἑνὸς κράτους, τὸ ὁποῖον ἐσχάτως ἔχει καταστήσει τὴν ἐργαλειοποίησιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς μέσον ἐσωτερικῆς πολιτικῆς νομιμοποιήσεως, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποσυνδεθεῖ ἀπὸ τὶς σκοπιμότητες ποὺ φέρει ἐγγενῶς.
Ἡ φαινομενικῶς ἰσοβαρὴς ἔκκλησις πρὸς ἀποστείρωσιν τῶν διαπραγματεύσεων ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ πολιτικὴ σκηνὴ ἐνδέχεται νὰ ἀποσκοπεῖ, οὐχὶ εἰς τὴν δημιουργίαν ἑνὸς οὐδετέρου διαπραγματευτικοῦ πεδίου, ἀλλὰ εἰς τὴν ἀποδυνάμωσιν τῶν ἑλληνικῶν διπλωματικῶν ἀντιστάσεων. Εἰς τὸ πολιτικὸν περιβάλλον τῆς Ἑλλάδος, ὅπου ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ἀποτελεῖ διαχρονικῶς πεδίον ἐθνικῆς εὐαισθησίας —τῶν πολιτῶν— ἡ ὑποβάθμισις τῆς δημόσιας διαβούλευσης θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρει ἀπώλειαν κοινωνικῆς συστρατεύσεως καὶ νὰ καταστήσει εὐχερέστερον τὸ ἔργον τῶν ἀναθεωρητικῶν δυνάμεων.
Περαιτέρω, ὁ πραγματισμὸς τὸν ὁποῖον διατυμπανίζει ἡ τουρκικὴ ρητορικὴ προβάλλει ὡς προσχηματικός, καθότι ἀντίκειται εἰς τὴν ἰδίαν τὴν πρακτικήν. Ἡ Τουρκία ἔχει ἐπιδείξει ἐπανειλημμένως τὴν τάσιν νὰ ὑπερπολιτικοποιεῖ τὰ διεθνῆ ζητήματα, καθιστῶσα ταῦτα μοχλὸν ἐπιρροῆς εἰς τὸ ἐσωτερικόν της, μὲ ἀπώτερον σκοπὸν τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικιστικῆς ρητορικῆς καὶ τῆς ἐσωτερικῆς συνοχῆς. Ἡ πρόσφατη ἐκμετάλλευσις τῶν ζητημάτων τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου ἢ τοῦ Κυπριακοῦ, ἀποτελοῦν χαρακτηριστικὰ παραδείγματα τῆς ἀντιφάσεως αὐτῆς.
Ἡ ἑλληνικὴ πολιτικὴ τάξις, συνεπῶς, ὀφείλει νὰ ἀξιολογήσει την ἐν λόγῳ πρότασιν μὲ περίσκεψιν καὶ νὰ ἀποφύγει τὴν παγίδα τῆς ἄνευ ὅρων υἱοθετήσεως προσεγγίσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐξυπηρετοῦν τὴν τουρκικὴν στρατηγικήν. Παράλληλα, ἡ ἀνάγκη ἀποφυγῆς τῆς ἄκρατης πολιτικοποιήσεως δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνεύεται ὡς περιορισμὸς τῆς διαφάνειας, ἀλλὰ ἀντιθέτως ὡς μέτρον ἐξισορροπήσεως τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς ἀνάγκης μὲ τὴν διεθνῆ στρατηγικὴν ἀποτελεσματικότητα.
Ἐν κατακλεῖδι, ἐνῷ ἡ ἰδέα περὶ ἀποφυγῆς τῆς ὑπερπολιτικοποιήσεως φέρει θεωρητικῶς κάποια ἀξία, ἐν τούτοις, ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς τουρκικῆς πολιτικῆς κουλτούρας καὶ πρακτικῆς, ὀφείλει νὰ ἐκλαμβάνεται μὲ τὴν δέουσαν κριτικὴν ἐπιφύλαξιν. Ἡ Ἑλλάδα ὀφείλει νὰ ἰσχυροποιήσει τὸν δικό της πραγματισμόν, βασισμένο εἰς ἀρχάς, ἀξίας καὶ διαφάνεια, ἐνισχύουσα συγχρόνως τὴν δημοσίαν γνῶσιν καὶ ὑποστήριξιν τῆς ἐθνικῆς στρατηγικῆς. —Ἐὰν ἡμεῖς ἔχωμεν!