Χρῆστος Κατσέας
* Τὸ παρὸν ἄρθρον, πρωτοεδημοσιεύθη τῇ 17ῃ Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 2016 εἰς τὸν διαδικτυακὸν τόπον geoparatirisy.com, σήμερον ἀναδημοσιεύεται εἰς γλῶσσαν λογίαν, εἰς τὴν τελικὴν αὐτοῦ μορφήν.
Ἡ πολιτικὴ ἡγεσία ἑνὸς κράτους, ὄντας ἐγγενῶς ὑποτελὴς εἰς τὰς ὑπερεθνικὰ κέντρα λήψεως ἀποφάσεων, στερεῖται οὐσιαστικῆς ἐξουσίας. Ἡ ἰσχὺς αὐτῆς ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ λαοῦ, διὰ τετραετοῦς ἐντολῆς, κατὰ τὰς ἐκλογικὰς ἀναμετρήσεις. Ὁ λαός, ὡστόσο, ψηφίζει βασιζόμενος εἰς τὴν πληροφόρησιν —ἡ ὁποία ἐνίοτε καταλήγει εἰς παραπληροφόρησιν— τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἐκ τῶν μέσων μαζικῆς ἐνημερώσεως, ἅτινα, κατὰ κανόνα, ὑπηρετοῦσιν —ἢ καὶ ἀνήκουσιν— εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐλίτ. Ἡ πολιτικὴ δὲ ἡγεσία διεξάγει προεκλογικοὺς ἀγῶνας χρηματοδοτουμένη διὰ κεφαλαίων (ἐγχώριων ἢ καὶ ἀλλοδαπῶν) προερχομένων ἐκ τῆς οἰκονομικῆς ἐλίτ.
Ἐν τούτοις, ἡ οἰκονομικὴ ἐλίτ, κατέχουσα τὴν πραγματικὴν ἐξουσίαν ἑνὸς ἔθνους, διὰ ποῖον λόγον, ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν, ἀπήτησεν ἐκ τῶν πολιτικῶν ἡγεσιῶν τὴ συγκρότησιν ὀργανωμένων καὶ σύγχρονων κρατικῶν δομῶν, ἐνῷ τοῦτο οὐδέποτε ἐπετεύχθη ἐν Ἑλλάδι;
Ἐπιχειρῶντας μίαν προσέγγισιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ὅτι τοῦτο σχετίζεται ἄμεσα μετὰ τοῦ τομέως τῆς παραγωγικῆς οἰκονομίας ἑκάστου κράτους. Ἡ βορειοδυτική Εὐρώπη —παραδείγματος χάριν— διαθέτει ἀνεπτυγμένην βιομηχανικὴν καὶ ἐξαγωγικὴν παραγωγήν. Συνεπῶς, ἡ οἰκονομικὴ ἐλίτ, ἐπενδύουσα εἰς τὰ κράτη ταῦτα, ἀπήτησεν συστηματικῶς ἐκ τῶν πολιτικῶν ἡγεσιῶν τὴ δημιουργίαν ἔργων ὑποδομῆς, ἅτινα θὰ ἐστήριζον τὰς ἐπενδύσεις αὐτῶν. Τοιουτοτρόπως, ἡ ἀνάπτυξις σιδηροδρομικῶν καὶ ὁδικῶν δικτύων, ἡ δημιουργία ἑνὸς ἰσχυροῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος διὰ τὴν ἐξειδίκευσιν τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ, ἡ παροχὴ ἑνὸς ἄρτιου συστήματος ὑγείας, κ’ ἡ διασφάλισις ἑνὸς ἀσφαλοῦς καὶ σύγχρονου συστήματος μέσων μαζικῆς μεταφορᾶς, —ἀπετέλεσαν ἀδιαπραγμάτευτα αἰτήματα τῆς οἰκονομικῆς ἐλίτ.
Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς προσδοκίας, ἡ ἑλληνικὴ οἰκονομικὴ ὀλιγαρχία οὐδέποτε ὑπέβαλε, —ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον—, ἀνάλογα αἰτήματα πρὸς τὸ ἑλληνικὸν κράτος διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Ἡ ἑρμηνεία τούτου του φαινομένου ἔγκειται εἰς τὰς γεωπολιτικὰς συνθήκας, αἵτινες ἐκυριάρχησαν ἐν τὴν πατρίδα μας κατὰ τὴ διάρκειαν τῆς λεγομένης «βιομηχανικῆς ἐπαναστάσεως», κι εἰς τὸ ὑπόδειγμα παραγωγικῆς ἀναπτύξεως, τὸ ὁποῖον ἐπικράτησε καὶ ἀκολουθήθηκε.
Οἱ Ἕλληνες πλοιοκτῆται (ἐφοπλισταί), κατὰ τὴ συντριπτικὴν πλειοψηφίαν αὐτῶν, δραστηριοποιοῦνται ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν ἑτέραις χώραις, ἔνθα καὶ αἱ ἕδρες αὐτῶν εὑρίσκονται, τηροῦντες μόνον ὀλίγα γραφεῖα ἐν Πειραιεῖ, καί, βεβαίως, τὰς πολυτελεῖς ἐπαύλεις των ἐν τοῖς ἑλληνικοῖς νήσοις. Ὁ στόλος αὐτῶν φέρει, ἐν πολλοῖς, ξένας σημαίας, οἱ ναυτικοί, οὖς ἀπασχολοῦν, —πλὴν ἐλαχίστων ὑψηλόβαθμων στελεχῶν—, εἶναι ἀλλοδαποί, ἐνῷ τὰ πλοῖα αὐτῶν ναυπηγοῦνται κ’ ἐπισκευάζονται ἐν τὴν ἀνατολικὴ Ἀσία.
Συνεπῶς, ἡ ἑλληνικὴ οἰκονομικὴ ἐλὶτ οὐδέποτε εἶχεν λόγον νὰ ἀπαιτήσει ἕνα σοβαρὸν καὶ ὀργανωμένου κράτους, διότι οὐδέποτε σχεδὸν ηὔξανε τὰ κέρδη αὐτῆς ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ. Οὐδέποτε, ἐν οὐσίᾳ, εἶχεν ἀνάγκην τοῦ κράτους, ὅπως εἶχον ἀνάγκην, κατὰ τινα τοὐλάχιστον περίοδον, αἱ εὐρωπαϊκαὶ οἰκονομικαὶ ἐλίτ.
Ἐν κατακλεῖδι, ἡ πατρίς μας ἔχει περιέλθει εἰς τὴν κατοχὴν ἀπατεώνων μεγαλοεργολάβων τοῦ δημοσίου καὶ βαρώνων τῶν μέσων μαζικῆς ἐνημερώσεως, κατὰ κανόνα τῶν αὐτῶν προσώπων.
Μετὰ τὸ ἔτος 2009, ἡ ροὴ δανειακῶν κεφαλαίων εἰς τὴν χώραν ἐσταμάτησε, κ’ ἡ συμμετοχὴ μᾶς εἰς τὸ ἑνιαῖον νόμισμα μετετράπη εἰς ἐφιάλτην διὰ τὸν Ἕλληνα. Ἡ διαφορὰ ἐν σχέσει πρὸς τὸ παρελθὸν ἔγκειται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι σήμερον ὑφίσταται μία οἰκονομικὴ τάξις, ἡ ὁποία ὠφελεῖται ἐκ τοῦ Εὐρώ. Τὸ τραπεζικὸν σύστημα τῆς παρέχει τὴ δυνατότητα εὐχεροῦς μεταφορᾶς κεφαλαίων εἰς ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην —καὶ πέραν αὐτῆς—, ἐπενδύουσα – ἀποταμιεύουσα εἰς ἀκίνητα καὶ τραπεζικά – χρηματιστηριακὰ προϊόντα ἐν ἀσφαλεστέραις ἀγοραῖς, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς ἑλληνικάς.
Τὸ δημοψήφισμα κατέδειξεν ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν Ἑλλήνων δὲν φοβεῖται τὴ ρῆξιν καὶ τὴν ἔξοδον ἐκ τοῦ Εὐρώ. Τοῦτο, βεβαίως, δὲν συνεπάγεται ὅτι πάντα θέλουσιν εἶσθε εὔκολα, ἀλλ’ ὑποδηλοῖ τὴν προθυμίαν τοῦ λαοῦ νὰ ριψοκινδυνεύση, ἀντὶ νὰ παρασυρθῇ εἰς τὸν ὁλοένα καὶ μᾶλλον ἀναπόφευκτον τραγικὸν οἰκονομικὸν θάνατον.
Ἡ ἐσφαλμένη ἀντίληψις ὅτι ξένοι κ’ ἐγχώριοι ἐπενδυταί, ἔχοντες ἄφθονον κεφάλαιον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, θὰ ἀγοράσουν τὰ πάντα ἐν τῇ χώρᾳ διὰ εὐτελὲς τίμημα, εἶναι παντελῶς λανθασμένη. Πρῶτον, οὐδεὶς δύναται νὰ γνωρίζει ἐπακριβῶς τὸ ποσοστὸν ὑποτιμήσεως τοῦ νέου νομίσματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κυμανθῇ μεταξὺ 15% καὶ 30%, ἐφ’ ὅσον βεβαίως τὸ πολιτικὸν ἡμῶν σύστημα δὲν προβῇ εἰς ἀλόγιστον ἔκδοσιν χαρτονομισμάτων. Μετὰ τὴν ὑποτίμησιν, καὶ ἀφοῦ ἡ κατάστασις ἀποκατασταθῇ εἰς σχετικὴν ἠρεμίαν, οἱ Ἕλληνες καταθέται τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἔχοντες ἀποκομίσει κέρδος 30% —ἴσο πρὸς τὴν ὑποτίμησιν τοῦ νομίσματος—, θὰ ἐπαναφέρουν τὰ κεφάλαια αὐτῶν εἰς τὴ χώρα, πρὸς ἀγοράν – ἐπένδυσιν, εἰς τιμᾶς, —ὡς λέγουσι τινές, μισοτιμῆς. Τότε, θὰ ὑπάρξη σημαντικὴ εἰσροὴ συναλλάγματος καὶ αὔξησις τῶν καταθέσεων, αἵτινες θὰ δώσουν ὤθησιν εἰς τὴν οἰκονομίαν μας.
Ἀσφαλῶς, ὁ περιορισμὸς εἰς τὴν κίνησιν κεφαλαίων, ὅστις θὰ ἐπιβληθῇ, ὅπως συνέβη καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπὶ δραχμῆς, καὶ ἰσχύει καὶ σήμερον, θὰ ἀποτρέψη τὴν ἐκροὴν κεφαλαίων ἐκ τῆς χώρας.
Ἡ Ἑλλὰς ἀπώλεσε 130 δισεκατομμύρια εὐρὼ καταθέσεων ἀπὸ τοῦ 2010 μέχρι σήμερον. Ἕνα μικρὸν μέρος αὐτῶν διετέθη εἰς τὴν ἀποπληρωμὴν ὑποχρεώσεων, τὸ δὲ μεγαλύτερον μέρος μετεφέρθη εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Αἱ ἑνιαῖαι ἀγοραὶ καὶ τὸ κοινὸν νόμισμα, μετὰ τὰ πρῶτα εὐνοϊκὰ ἔτη τῆς πιστωτικῆς ἐπεκτάσεως, ἐξυπηρετοῦσι μόνον ἕνα μικρὸν οἰκονομικῶς εὔπορον τμῆμα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἡ ἐπιβολὴ περιορισμοῦ κεφαλαίων ἔπρεπε νὰ εἶχεν πραγματοποιηθῇ πολὺ ἐνωρίτερον, πρὶν ἀπολέσωμεν ὅλας τὰς καταθέσεις τῆς ἐλίτ, καὶ μᾶς ἀπομείνουν μόνον τὰ ἐπισφαλῆ δάνεια.