Χρῆστος Κατσέας
Ἡ ἐπικράτηση ἡγετῶν σὰν τὸν Τρὰμπ ἀποτελεῖ, ἄσχετα μὲ τὴ στάση τοῦ καθενὸς ἀπέναντι στὶς συγκεκριμένες πολιτικὲς φιγοῦρες, ἕνα σημάδι τῶν καιρῶν. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἐκλογικὴ νίκη ἑνὸς προσώπου μὲ ἔντονη ρητορική, ἀλλὰ μιὰ ἐκδήλωση ἑνὸς βαθύτερου ρεύματος ποὺ ἀγκαλιάζει τὴ Δύση. Αὐτὸ τὸ ρεῦμα δὲν ἀποτελεῖ ἕνα συνεκτικὸ δόγμα· ἀντιθέτως, εἶναι μιὰ συνειδησιακὴ ἀφύπνιση, μιὰ βαθιὰ ἀνάγκη τῶν κοινωνιῶν νὰ ἐπανακτήσουν αὐτὸ ποὺ ἀντιλαμβάνονται ὡς χαμένες ἀξίες καὶ πολιτιστικὴ αὐτοσυνειδησία. —Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ: ὁ «τραμπισμὸς» ἢ ὁτιδήποτε παρόμοιο στὸν κόσμο δὲν πρέπει νὰ ἰδωθεῖ ὡς μιὰ αὐτόνομη πολιτικὴ «πλατφόρμα», ἀλλὰ ὡς ἕνας πόλος ἕλξης γιὰ ὅλους ὅσους ἀντιδροῦν στὸν παγκοσμιοποιημένο ἐκσυγχρονισμὸ τῶν κοινωνικῶν δομῶν.
Βασικὸ στοιχεῖο αὐτῆς τῆς ἀφύπνισης εἶν’ ἡ ἀνάγκη νὰ ἀντιταχθεῖ τὸ ἄτομο, καὶ κατ’ ἐπέκταση οἱ κοινωνίες, ἀπέναντι σὲ ἰδεολογίες ποὺ προωθοῦν τὴ διάλυση τῆς παραδοσιακῆς κοινωνικῆς συνοχῆς καὶ ταυτότητας. Δόγματα, ὅπως ἡ «woke (θέση)» ἢ ἡ ἀντίληψη τῶν «ἀνοιχτῶν συνόρων», γιὰ παράδειγμα, παρουσιάζονται ἀπὸ πολλοὺς ὄχι μόνο ὡς σύγχρονα ἐργαλεῖα προοδευτισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς μέσα πού, ἐν τέλει, ἀλλοιώνουν τοὺς θεμελιώδεις κοινωνικοὺς δεσμούς. Ἀπαιτοῦν ἀπ’ τὴν κοινωνία νὰ μετασχηματίσει τὶς ἀντιλήψεις της, ν’ ἀναθεωρήσει τὶς ἀξίες της, καὶ ν’ ἀφομοιώσει μιὰ νέα κανονικότητα, φτιαγμένη περισσότερο γιὰ ἕναν κόσμο ὅπου ἡ παραδοσιακὴ πολιτιστικὴ κληρονομιὰ καὶ οἱ τοπικὲς ταυτότητες μοιάζουν νὰ χάνουν ἔδαφος.
Αὐτὴ ἡ δυναμική, ὅμως, ὁδηγεῖ σὲ μιὰ εὐρύτερη συνειδησιακὴ διαπάλη, μιὰ ἀναμέτρηση μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ὑποστηρίζουν τὴ συνεχῆ ἐξέλιξη τῆς κοινωνίας πρὸς μιὰ παγκόσμια κατεύθυνση κ’ ἐκείνων ποὺ προτάσσουν τὴν ἀναγκαιότητα τῆς πολιτιστικῆς καὶ ἱστορικῆς συνέχειας. Ὁ Τράμπ, μὲ ὅλα τὰ ἀντιφατικὰ στοιχεῖα ποὺ μπορεῖ νὰ φέρει, ἐκπροσωπεῖ ἕνα κομμάτι αὐτοῦ τοῦ ρεύματος, δρῶντας ὡς τὸ σύμβολο μιᾶς ἀντίδρασης ἐνάντια σὲ αὐτὸ ποὺ πολλοὶ θεωροῦν ἐπιβολὴ μιᾶς ὁμοιογενοῦς, παγκοσμιοποιημένης ἰδεολογίας. Δὲν εἶναι, ἑπομένως, ὅτι οἱ πολῖτες βλέπουν σ’ αὐτὸν ἕναν «Ἐλευθερωτὴ» ἢ «Λυτρωτή». Ἀντίθετα, τὸν βλέπουν ὡς τὸ πρόσωπο ποὺ τοὺς ἐπιτρέπει νὰ ἐκφράσουν τὴν ἀνάγκη γιὰ διατήρηση τῆς ἐθνικῆς καὶ πολιτιστικῆς ταυτότητάς τους, γιὰ ἐπαναφορὰ σὲ θεμελιώδεις κοινωνικὲς ἀξίες.
Ἡ συμβολικὴ σημασία τῆς ἐπιρροῆς αὐτῆς φαίνεται νὰ ὑπερβαίνει τὴν ἀμερικανικὴ πολιτικὴ σκηνὴ καὶ νὰ ἐπηρεάζει συνολικὰ τὸν δυτικὸ κόσμο. Τὸ ἐρώτημα, λοιπόν, δὲν εἶναι μόνο τὸ ἂν ὁ Τρὰμπ ἢ κάποιος ἄλλος ἡγέτης θὰ ἐπιτύχει τὶς προγραμματικές του ὑποσχέσεις, ἀλλὰ τί σημαίνει γιὰ τὶς δυτικὲς κοινωνίες ἡ ἄνοδος καὶ ἡ στήριξη τέτοιων ἡγετῶν. Αὐτοὶ οἱ πολιτικοί, σὲ πολλὲς περιπτώσεις, ἀποτελοῦν τοὺς ἐκφραστὲς τῆς λαϊκῆς ἀπαίτησης γιὰ μιὰ ἐπιστροφὴ σὲ μιὰ κοινωνικὴ ἀτζέντα ποὺ δὲν καθορίζεται ἀποκλειστικὰ ἀπ’ τὶς ἀνάγκες καὶ τὶς τάσεις μιᾶς νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων, ἀλλὰ ἀντλεῖ ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ καὶ πολιτιστικὴ κληρονομιά.
Ἡ ἴδια αὐτὴ ἀνάγκη, ἴσως, ἀναμένεται νὰ ἀρχίσει νὰ ἐκφράζεται πιὸ ἔντονα καὶ σὲ ἄλλα κράτη, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ δικοῦ μας. Ἀποτελεῖ, λοιπόν, μιὰ πολιτιστικὴ καὶ ἰδεολογικὴ μάχη γιὰ τὸ ποιά θὰ εἶναι ἡ ταυτότητα τοῦ αὐριανοῦ κόσμου καὶ ποιά στοιχεῖα θὰ διατηρηθοῦν, θὰ ἀπορριφθοῦν ἢ θὰ ἑπαναπροσδιοριστοῦν. Οἱ δυτικὲς κοινωνίες, σὲ μιὰ τέτοια προοπτική, φαίνονται νὰ ἀναζητοῦν ἀπαντήσεις στὸ παρελθόν, προσπαθῶντας νὰ βροῦν ἕνα νέο πλαίσιο ποὺ θὰ τοὺς ἐπιτρέπει νὰ προχωρήσουν χωρὶς νὰ ἀποξενωθοῦν ἀπὸ τὶς ρίζες καὶ τὶς ἀξίες τους.